The Works of Edgar Allan Poe — Volume 2

By Edgar Allan Poe

Page 93

I am!--I dared
not--I _dared_ not speak! _We have put her living in the tomb!_ Said I
not that my senses were acute? I _now_ tell you that I heard her first
feeble movements in the hollow coffin. I heard them--many,
many days ago--yet I dared not--_I dared not speak!_ And
now--to-night--Ethelred--ha! ha!--the breaking of the hermit's door,
and the death-cry of the dragon, and the clangor of the shield!--say,
rather, the rending of her coffin, and the grating of the iron hinges of
her prison, and her struggles within the coppered archway of the vault!
Oh whither shall I fly? Will she not be here anon? Is she not hurrying
to upbraid me for my haste? Have I not heard her footstep on the stair?
Do I not distinguish that heavy and horrible beating of her heart?
Madman!"--here he sprang furiously to his feet, and shrieked out his
syllables, as if in the effort he were giving up his soul--"_Madman!
I tell you that she now stands without the door!_"

As if in the superhuman energy of his utterance there had been found
the potency of a spell--the huge antique pannels to which the speaker
pointed, threw slowly back, upon the instant, their ponderous and ebony
jaws. It was the work of the rushing gust--but then without those doors
there _did_ stand the lofty and enshrouded figure of the lady Madeline
of Usher. There was blood upon her white robes, and the evidence of some
bitter struggle upon every portion of her emaciated frame. For a moment
she remained trembling and reeling to and fro upon the threshold--then,
with a low moaning cry, fell heavily inward upon the person of her
brother, and in her violent and now final death-agonies, bore him to the
floor a corpse, and a victim to the terrors he had anticipated.

From that chamber, and from that mansion, I fled aghast. The storm
was still abroad in all its wrath as I found myself crossing the old
causeway. Suddenly there shot along the path a wild light, and I turned
to see whence a gleam so unusual could have issued; for the vast house
and its shadows were alone behind me. The radiance was that of the full,
setting, and blood-red moon, which now shone vividly through that once
barely-discernible fissure, of which I have before spoken as extending
from the roof of the building, in a zigzag direction, to the base. While
I gazed, this fissure rapidly widened--there came a fierce breath of
the whirlwind--the entire orb of the satellite burst at once upon my
sight--my brain reeled as

Last Page Next Page

Text Comparison with Ιστορίες αλλόκοτες

Page 17
Μετά Î´Ï ÏƒÎºÎ¿Î»Î¯Î±Ï‚ ανέπνεον.
Page 28
Page 30
Η τύχη Ï„Î¿Ï Ï€Î±Î¹Î´Î¹Î¿Ï εφαίνετο πολύ απελπιστική — αλλά μήπως και η τύχη της μητρός ήτο ολιγώτερον; Όταν από τα βάθη της σκοτεινής γωνίας, περί της οποίας σας ωμίλησα και η οποία ÏƒÏ Î½Î­Ï€Î¹Ï€Ï„Îµ με τας σκιάς της Ï†Ï Î»Î±ÎºÎ®Ï‚ της Παλαιάς Δημοκρατίας ακριβώς προ των Î´Î¹ÎºÏ„Ï Ï‰Ï„ÏŽÎ½ της μαρκησίας, εξήλθεν ένας άνθρωπος Ï€ÎµÏÎ¹Ï„Ï Î»Î¹Î³Î¼Î­Î½Î¿Ï‚ με μανδύαν.
Page 32
Αναμφιβόλως αι ÏƒÏ Î³ÎºÎ¹Î½Î®ÏƒÎµÎ¹Ï‚, με την ταχείαν των πτήσιν, κατωπτρίζοντο επί Ï„Î¿Ï Ï€ÏÎ¿ÏƒÏŽÏ€Î¿Ï Ï„Î¿Ï , αλλά το κάτοπτρον τούτο, όπως όλα τα κάτοπτρα, δεν διετήρει κανέν ίχνος της ÏƒÏ Î³ÎºÎ¹Î½Î®ÏƒÎµÏ‰Ï‚ την οποίαν είχε κατοπτρίσει.
Page 34
Η άλλες είναι απλούστατα η Ï„ÎµÎ»ÎµÏ Ï„Î±Î¯Î± λέξι Ï„Î¿Ï ÏƒÏ ÏÎ¼Î¿Ï, Ï„Î¿Ï Î¼Ï‰ÏÎ¿Ï ÏƒÏ ÏÎ¼Î¿Ï, ενώ Î±Ï Ï„ÏŒ εδώ το παλάτι είναι κάτι καλύτερον παρά ο ÏƒÏ ÏÎ¼ÏŒÏ‚.
Page 36
Εν τούτοις Î¿Ï Î´ÏŒÎ»Ï‰Ï‚ εξεπλάγην αποκαλύπτων ότι είχε γράψει αγγλικούς ÏƒÏ„Î¯Ï‡Î¿Ï Ï‚, διότι εγνώριζα την έκτασιν των γνώσεών Ï„Î¿Ï ÎºÎ±Î¹ την ιδιαιτέραν ηδονήν Ï€Î¿Ï Î·ÏƒÎ¸Î¬Î½ÎµÏ„Î¿ ν' αποκρύπτη Î±Ï Ï„Î¬Ï‚.
Page 38
Καθώς βλέπετε δε, επίτηδες διεσκεύασα έν αναχωρητήριον κατάλληλον διά τον ρεμβασμόν Î¼Î¿Ï .
Page 39
Οικεία Î²Î¿Ï Î»Î®ÏƒÎµÎ¹ παραδίδεται ο άνθρωπος εις Ï„Î¿Ï Ï‚ Î±Î³Î³Î­Î»Î¿Ï Ï‚, εάν δ' ο θάνατος είναι οριστικός δι' Î±Ï Ï„ÏŒÎ½, τούτο αποδοτέον μόνον εις το ασθενικόν της θελήσεώς Ï„Î¿Ï Â».
Page 40
Î±Ï Ï„Î¿Ï Î±Î½Î¬Ï€Ï„Ï Î¾Î¹Ï‚ εν τη καρδία Î¼Î¿Ï .
Page 43
Ότι με ηγάπα το εγνώριζα καλώς, εις στήθος δε, ως το ιδικόν της, ο έρως δεν ήτο Î´Ï Î½Î±Ï„ÏŒÎ½ να εμφωλεύη ως σύνηθες πάθος.
Page 47
Παρετήρησα το πτώμα μετ' επιμονής, αλλ' Î¿Ï Î´Î­ την ελαχίστην κίνησιν Î·Î´Ï Î½Î¬Î¼Î·Î½ να διακρίνω επ' Î±Ï Ï„Î¿Ï.
Page 48
Δεν ετρόμαξα, δεν εκινήθην ÎºÎ±Î¸ÏŒÎ»Î¿Ï Â· σμήνος ανεκφράστων σκέψεων, παραχθεισών εν εμοί εκ της θέας Ï„Î¿Ï ÏÏ†Î¿Ï Ï‚, της στάσεως και Ï„Î¿Ï Î²Î±Î´Î¯ÏƒÎ¼Î±Ï„Î¿Ï‚ Ï„Î¿Ï Ï†Î¬ÏƒÎ¼Î±Ï„Î¿Ï‚, ÎµÎ¹ÏƒÎ­ÏÏÎµÏ ÏƒÎ±Î½ με ορμήν εν τω εγκεφάλω Î¼Î¿Ï , με Ï€Î±ÏÎ­Î»Ï ÏƒÎ±Î½, με απελίθωσαν, Την ÎµÎ¸ÎµÏŽÏÎ¿Ï Î½ ακίνητος, ενώ επί των σκέψεών Î¼Î¿Ï ÎµÎ²Î±ÏƒÎ¯Î»ÎµÏ Îµ.
Page 53
Î†Î½ÎµÏ Ï„Ï‰Î½ μακρών Î±Ï Ï„ÏŽÎ½ εξηγήσεων ή δεν θα με είχετε εννοήσει καθ' όλην την γραμμήν, ή μάλλον, όπως όλος ο κόσμος, θα με εκλάβετε ως τρελλόν.
Page 54
Δεν έχω να φοβηθώ, — δεν έχω τίποτε να φοβηθώ — μάλιστα, — εφ' όσον δεν θα κάμω την ανοησίαν να καταγγελθώ εγώ ο ίδιος.
Page 61
Πολλαί Î³Ï Î½Î±Î¯ÎºÎµÏ‚ ελιποθύμησαν από τον τρόμον, και εάν ο βασιλεύς δεν ελάμβανε την προφύλαξιν ν' απαγορεύση εις την Î±Î¯Î¸Î¿Ï ÏƒÎ±Î½ πάσαν οιανδήποτε οπλοφορίαν, όλος ο όμιλος θα επλήρωνε την αστειότητα Î±Ï Ï„Î®Î½ με το αίμα Ï„Î¿Ï .
Page 63
Αιτία δεν Ï Ï€Î®ÏÏ‡Îµ.
Page 65
Πόσας φοράς, την νύκτα, το μεσονύκτιον ακριβώς, όταν ο κόσμος όλος εκοιμάτο, πόσας φοράς εβγήκεν από το δικό Î¼Î¿Ï ÏƒÏ„Î®Î¸Î¿Ï‚, και ÎµÎ²Î¬ÏÏ Î½Îµ με τον τρομακτικόν ήχον Ï„Î¿Ï Ï„Î¿ βάθος Ï„Î¿Ï ÏƒÎºÏŒÏ„Î¿Ï Ï‚ Ï€Î¿Ï Î¼Îµ ετρόμαζε.
Page 67
Όσον διά τον γέροντα, εξηκολούθησα, ÎµÏ ÏÎ¯ÏƒÎºÎµÏ„Î±Î¹ εις την εξοχήν.
Page 70
Έμεινε λοιπόν κατ' Î±Ï Ï„ÏŒÎ½ τον τρόπον και Î±Ï€Î¿ÏƒÏ Î½ÎµÏ„Î­Î¸Î· ορθή! .
Page 71
Η εγχείρησις ÎµÏ€Î­Ï„Ï Ï‡ÎµÎ½.