The Works of Edgar Allan Poe — Volume 2

By Edgar Allan Poe

Page 122

call upon him _very_ early the
next morning. Shortly after sunrise, I found myself accordingly at his
Palazzo, one of those huge structures of gloomy, yet fantastic pomp,
which tower above the waters of the Grand Canal in the vicinity of the
Rialto. I was shown up a broad winding staircase of mosaics, into an
apartment whose unparalleled splendor burst through the opening door
with an actual glare, making me blind and dizzy with luxuriousness.

I knew my acquaintance to be wealthy. Report had spoken of his
possessions in terms which I had even ventured to call terms of
ridiculous exaggeration. But as I gazed about me, I could not bring
myself to believe that the wealth of any subject in Europe could have
supplied the princely magnificence which burned and blazed around.

Although, as I say, the sun had arisen, yet the room was still
brilliantly lighted up. I judge from this circumstance, as well as from
an air of exhaustion in the countenance of my friend, that he had
not retired to bed during the whole of the preceding night. In the
architecture and embellishments of the chamber, the evident design
had been to dazzle and astound. Little attention had been paid to the
_decora_ of what is technically called _keeping_, or to the proprieties
of nationality. The eye wandered from object to object, and rested upon
none--neither the _grotesques_ of the Greek painters, nor the sculptures
of the best Italian days, nor the huge carvings of untutored Egypt. Rich
draperies in every part of the room trembled to the vibration of low,
melancholy music, whose origin was not to be discovered. The senses were
oppressed by mingled and conflicting perfumes, reeking up from strange
convolute censers, together with multitudinous flaring and flickering
tongues of emerald and violet fire. The rays of the newly risen sun
poured in upon the whole, through windows, formed each of a single pane
of crimson-tinted glass. Glancing to and fro, in a thousand reflections,
from curtains which rolled from their cornices like cataracts of molten
silver, the beams of natural glory mingled at length fitfully with the
artificial light, and lay weltering in subdued masses upon a carpet of
rich, liquid-looking cloth of Chili gold.

"Ha! ha! ha!--ha! ha! ha!"--laughed the proprietor, motioning me to
a seat as I entered the room, and throwing himself back at full-length
upon an ottoman. "I see," said he, perceiving that I could not
immediately reconcile myself to the _bienseance_ of so singular a
welcome--"I see you are astonished at my apartment--at my statues--my
pictures--my originality of conception in architecture and upholstery!
absolutely drunk, eh,

Last Page Next Page

Text Comparison with Ιστορίες αλλόκοτες

Page 3
Σήμερον ÎµÏ Ï„Ï Ï‡ÏŽÏ‚ το σύστημα Î±Ï Ï„ÏŒ εγκατελείφθη εν Γαλλία.
Page 12
Εν τω μεταξύ οι τρελλοί ήσαν όλο γλέντι.
Page 13
.
Page 16
Τότε επιφαίνεται η αίσθησις μιας γενικής και Î±Ï€Î¿Ï„ÏŒÎ¼Î¿Ï ÎµÏ€Î¹ÏƒÏ‡Î­ÏƒÎµÏ‰Ï‚ παντός Ï„Î¿Ï Ï€ÎµÏÎ¹ÎºÏ ÎºÎ»Î¿ÏÎ½Ï„Î¿Ï‚ με.
Page 22
Î£Ï Î½Î­Ï€ÎµÎ¹Î± Ï„Î¿ÏÏ„Î¿Ï Ï†Ï ÏƒÎ¹ÎºÎ® ήτο να Î±Ï Î¾Î·Î¸Î® αναλόγως και η ταχύτης.
Page 25
Η αναίδειά των δε έφθανε να Î¼Î¿Ï Î´Î±Î³ÎºÎ¬Î½Î¿Ï Î½ τα Î´Î¬ÎºÏ„Ï Î»Î±.
Page 31
το παιδί ζωντανόν και αναπνέον ακόμη.
Page 34
Αλλά, βλέπεις, ο κόσμος είναι ζηλιάρης και επειδή ημπορούσε κανείς απ' Î±Ï Ï„Î¿ÏÏ‚, Ï€Î¿Ï Ï„Î¿Ï Ï‚ Ï€ÎµÏÎ¹ÏƒÏƒÎµÏÎ¿Ï Î½ τα λεπτά, να θελήση να το μιμηθή, έλαβα τα μέτρα Î¼Î¿Ï Î´Î¹Î¬ να προλάβω κάθε τέτοιον ÎºÎ¯Î½Î´Ï Î½Î¿Î½.
Page 35
έκτακτον Î±Ï Ï„ÏŒ καλλιτέχνημα.
Page 36
«Ποτέ πια, ποτέ πια, ποτέ πια, — Λέει η θάλασσα με επίσημο τόνο στην Î±Î¼Î¼Î¿Ï Î´Î¹Î¬ — Το ÎºÎµÏÎ±Ï Î½Î¿Î²Î¿Î»Î·Î¼Î­Î½Î¿ δένδρο δεν θ' ανθίση.
Page 39
Ιωσήφ Γλάνβιλ Δεν δύναται η ÏˆÏ Ï‡Î® Î¼Î¿Ï Î½' αναπολήση ακριβώς την εποχήν και το μέρος, ένθα κατά πρώτον Î­Ï„Ï Ï‡Îµ να ίδω την λαίδην Λίγειαν, διότι ο χρόνος και αι θλίψεις εξησθένισαν το μνημονικόν Î¼Î¿Ï , πιθανόν δε εις τούτο να ÏƒÏ Î½Î­Ï„ÎµÎ¹Î½Îµ και ο τρόπος, καθ' ον το αίσθημα εκείνο με είχε ÎºÏ ÏÎ¹ÎµÏÏƒÎµÎ¹, δηλαδή η βαθμιαία.
Page 40
Ο λόρδος Βερούλαμ ορθώς αποφαίνεται περί καλλονής, ότι «δεν δύναται να Ï Ï€Î¬ÏÎ¾Î· καλλονή έκτακτος Î¬Î½ÎµÏ Î¹Î´Î¹Î¿ÏÏÏ Î¸Î¼Î¯Î±Ï‚ τινός εν ταις αναλογίαις»· εγώ δε, μόλις είδα την ως εκ Ï„Î¿Ï Ï€Î±ÏÎ±Î´ÏŒÎ¾Î¿Ï Ï„Î·Ï‚ Î¸Î±Ï Î¼Î±ÏƒÎ¯Î±Î½ μορφήν της Λιγείας, εζήτησα ν' ανακαλύψω το παράδοξον τούτο και ακανόνιστον, το οποίον εύρισκα εν Î±Ï Ï„Î®, εζήτησα δε Î±Ï Ï„ÏŒ επί Ï„Î¿Ï Î±Î½ÎµÏ€Î¹Î»Î®Ï€Ï„Î¿Ï , ωχρού και ÎµÏ ÏÎ­Î¿Ï‚ Î¼ÎµÏ„ÏŽÏ€Î¿Ï Ï„Î·Ï‚, επί Ï„Î¿Ï Î¿Î¼Î¿Î¯Î¿Ï Ï€ÏÎ¿Ï‚ το καθαρώτερον ελεφάντινον οστούν δέρματός της, επί της Ï Ï€ÎµÏÎ¬Î½Ï‰ των κροτάφων προεξοχής και επί της Î²Î¿ÏƒÏ„ÏÏ Ï‡ÏŽÎ´Î¿Ï Ï‚, μαύρης και στιλβούσης κόμης της, εις ην ήρμοζε πληρέστατα η ομηρική έκφρασις «κόμη Ï Î±ÎºÎ¯Î½Î¸Î¿Ï Â»Â· Ï€Î±ÏÎµÏ„Î®ÏÎ¿Ï Î½ την τομήν της ρινός, το αδιοράτως Î³ÏÏ Ï€ÏŒÎ½ Î±Ï Ï„Î®Ï‚ και Ï„Î¿Ï Ï‚ εναρμονίως ÎºÎ±Î¼Ï€ÏÎ»Î¿Ï Ï‚ ρώθωνας Ï„Î¿Ï Ï‚ αποκαλύπτοντας πνεύμα ελεύθερον και Ï Ï€ÎµÏÎ®Ï†Î±Î½Î¿Î½, και εις μόνα τα εβραϊκά Î±Î½Î¬Î³Î»Ï Ï†Î± εύρισκα παρομοίαν εντέλειαν· έπειτα ÎµÎ¸ÎµÏŽÏÎ¿Ï Î½ το θελκτικόν και θείον στόμα, τα εύγραμμα χείλη με το ζωηρόν των χρώμα και Ï„Î¿Ï Ï‚ απαστράποντας οδόντας· εν τη πλατύτητι Ï„Î¿Ï Ï€ÏŽÎ³Ï‰Î½Î¿Ï‚ ανεύρισκα την χάριν και μεγαλοπρέπειαν, την Î³Î»Ï ÎºÏÏ„Î·Ï„Î± και το ελληνικόν πνεύμα, τον τύπον τέλος εκείνον, ον ο Απόλλων είχεν αποκαλύψει εν ονείρω εις τον Κλεομένην.
Page 43
Μεθ' όλας εν τούτοις τας Î²Î±ÏƒÎ¬Î½Î¿Ï Ï‚ και ταραχάς Ï„Î¿Ï Î±Î½Ï Ï€Î¿Ï„Î¬ÎºÏ„Î¿Ï Ï€Î½ÎµÏÎ¼Î±Ï„ÏŒÏ‚ της δεν απώλεσε ποσώς μέχρι Ï„ÎµÎ»ÎµÏ Ï„Î±Î¯Î±Ï‚ πνοής την φαινομενικήν γαλήνην, η φωνή της καθίστατο βαθμηδόν Î²Î±Î¸Ï Ï„Î­ÏÎ± και Î³Î»Ï ÎºÏ Ï„Î­ÏÎ±, αλλ' απείχα Ï„Î¿Ï Î½Î± ενδιατρίβω και επί της εννοίας των μετά τόσης γαλήνης προφερομένων εκείνων λόγων.
Page 44
Η τεθλιμμένη Î¼Î¿Ï Î¼Î½Î®Î¼Î· διατηρεί ζωηρότατα πάσας τας λεπτομερείας της διακοσμήσεως Ï„Î¿Ï Ï€Î±ÏÎ±Î´ÏŒÎ¾Î¿Ï ÎµÎºÎµÎ¯Î½Î¿Ï Î¸Î±Î»Î¬Î¼Î¿Ï , αν και τόσα σημαντικά πράγματα διαφεύγωσιν Î±Ï Ï„Î®Î½, εν ώ εν τη φανταστική Ï€Î¿Î»Ï Ï„ÎµÎ»ÎµÎ¯Î± Ï„Î¿Ï Î¸Î±Î»Î¬Î¼Î¿Ï Î´ÎµÎ½ Ï Ï€Î®ÏÏ‡Îµ σύστημά τι ή αρμονία διά να δύναται η μνήμη να ÏƒÏ Î³ÎºÏÎ±Ï„Î® τας λεπτομερείας Î±Ï Ï„Î®Ï‚.
Page 51
Καιόμεθα, αγανακτούμεν από Î±Î½Ï Ï€Î¿Î¼Î¿Î½Î·ÏƒÎ¯Î±Î½ να πραγματοποιήσωμεν το έργον Î±Ï Ï„ÏŒ.
Page 57
— Χα! χα! χα! είπεν ο Ï„ÎµÎ»ÎµÏ Ï„Î±Î¯Î¿Ï‚ χάσκοντας από τα.
Page 60
Î£Ï Î½ÎµÏ€ÏŽÏ‚ ένα στρώμα από λινάτσα ετέθη επάνω εις το κατράμι.
Page 62
Εταράχθη με ένα τριγμόν Ï Ï€ÏŒÎºÏ‰Ï†Î¿Î½ και σκληρόν, όμοιον με εκείνον Ï€Î¿Ï Ï€ÏÎ¿ÏƒÎµÎ¯Î»ÎºÏ ÏƒÎµ την προσοχήν Ï„Î¿Ï Î²Î±ÏƒÎ¹Î»Î­Ï‰Ï‚ και των ÏƒÏ Î¼Î²Î¿ÏÎ»Ï‰Î½ την στιγμήν κατά την οποίαν η Τριπέττα εδέχθη εις το πρόσωπον το περιεχόμενον Ï„Î¿Ï ÎºÏ Ï€Î­Î»Î»Î¿Ï Ï„Î¿Ï .
Page 67
Εκάθησαν και ωμίλησαν διά διάφορα πράγματα, εις τα οποία απαντούσα.
Page 80
ÏƒÎ»ÎµÏ€Î¯Î¿Ï Ï„Ï‰Î½ 60 έως 70 τόννων.