The Narrative of Arthur Gordon Pym of Nantucket Comprising the details of a mutiny and atrocious butchery on board the American brig Grampus, on her way to the South Seas, in the month of June, 1827.

By Edgar Allan Poe

Page 83

most extravagant demonstrations of joy, weeping,
laughing in an idiotic manner, jumping, stamping upon the deck, tearing
their hair, and praying and cursing by turns. I was so affected by
their conduct, as well as by what I now considered a sure prospect of
deliverance, that I could not refrain from joining in with their
madness, and gave way to the impulses of my gratitude and ecstasy by
lying and rolling on the deck, clapping my hands, shouting, and other
similar acts, until I was suddenly called to my recollection, and once
more to the extreme of human misery and despair, by perceiving the ship
all at once with her stern fully presented towards us, and steering in
a direction nearly opposite to that in which I had at first perceived
her.

It was some time before I could induce my poor companions to believe
that this sad reverse in our prospects had actually taken place. They
replied to all my assertions with a stare and a gesture implying that
they were not to be deceived by such misrepresentations. The conduct of
Augustus most sensibly affected me. In spite of all I could say or do
to the contrary, he persisted in saying that the ship was rapidly
nearing us, and in making preparations to go on board of her. Some
seaweed floating by the brig, he maintained that it was the ship's
boat, and endeavoured to throw himself upon it, howling and shrieking
in the most heartrending manner, when I forcibly restrained him from
thus casting himself into the sea.

Having become in some degree pacified, we continued to watch the ship
until we finally lost sight of her, the weather becoming hazy, with a
light breeze springing up. As soon as she was entirely gone, Parker
turned suddenly towards me with an expression of countenance which made
me shudder. There was about him an air of self-possession which I had
not noticed in him until now, and before he opened his lips my heart
told me what he would say. He proposed, in a few words, that one of us
should die to preserve the existence of the others.




CHAPTER XII.


I had, for some time past, dwelt upon the prospect of our being reduced
to this last horrible extremity, and had secretly made up my mind to
suffer death in any shape or under any circumstances rather than resort
to such a course. Nor was this resolution in any degree weakened by the
present intensity of hunger under which I laboured. The proposition had
not been heard by either Peters or Augustus. I therefore

Last Page Next Page

Text Comparison with Ιστορίες αλλόκοτες

Page 3
Υπεκρινόμεθα ότι είχομεν απέναντί μας ένα ασθενή πάσχοντα εκ ÏƒÏ Î½Î®Î¸Î¿Ï Ï‚ ασθενείας και Î¿Ï Î´Î­Ï€Î¿Ï„Îµ εκάμνομεν λόγον περί τρέλλας.
Page 4
Όταν την είδα το πρώτον έφερε βαρύ πένθος, το οποίον της επήγαινε καλύτερα.
Page 13
Οι Î¼Î¿Ï ÏƒÎ¹ÎºÎ¿Î¯ της ορχήστρας, οι οποίοι προ ενός Ï„ÎµÏ„Î¬ÏÏ„Î¿Ï ÎµÏ†Î±Î¯Î½Î¿Î½Ï„Î¿ τόσον Î¼ÎµÎ¸Ï ÏƒÎ¼Î­Î½Î¿Î¹, ώστε να μη μπορούν να ÎµÎ¾Î±ÎºÎ¿Î»Î¿Ï Î¸Î®ÏƒÎ¿Ï Î½ τα καθήκοντά των, ανετινάχθησαν εις Ï„Î¿Ï Ï‚ πόδας των, ήρπασαν τα όργανά των, ανερριχήθησαν επί της τραπέζης και έπαιξαν τον εθνικόν ύμνον με Ï Ï€ÎµÏÎ¬Î½Î¸ÏÏ‰Ï€Î¿Î½ δύναμιν, Î¿Ï Ï‡Î¯ όμως και Î¼Î¿Ï ÏƒÎ¹ÎºÎ®Î½ ακρίβειαν.
Page 18
Ήμην προωρισμένος ν' αποθάνω της πείνης εις τον κόσμον Ï„Î¿Ï Ï Ï€Î¿Î³ÎµÎ¯Î¿Ï ÏƒÎºÏŒÏ„Î¿Ï Ï‚; Ή μήπως άλλη τις τύχη τρομερωτέρα Î¼Î¿Ï ÎµÏ€ÎµÏ†Ï Î»Î¬ÏƒÏƒÎµÏ„Î¿; Ότι το τέρμα ήτο ο θάνατος και ότι ο θάνατος Î±Ï Ï„ÏŒÏ‚ ήτο τόσον σκληρός, ώστε να Ï Ï€ÎµÏÎ²Î±Î¯Î½Î· τα όρια Ï„Î¿Ï ÏƒÏ Î½Î®Î¸Î¿Ï Ï‚, Î±Ï Ï„ÏŒ το είχα αντιληφθή, όπως και διά τον χαρακτήρα των δικαστών Î¼Î¿Ï Î´ÎµÎ½ Î¼Î¿Ï ÎµÏ€ÎµÏ„ÏÎ­Ï€ÎµÏ„Î¿ ν' αμφιβάλλω.
Page 21
Μορφαί δαιμόνων με απειλητικήν όψιν, με σκελετώδη σώματα, καθώς και άλλαι παραστάσεις φρικώδεις ÎµÎºÎ¬Î»Ï Ï€Ï„Î¿Î½ και ητίμαζον Ï„Î¿Ï Ï‚ Ï„Î¿Î¯Ï‡Î¿Ï Ï‚.
Page 26
Η Ï†Ï Î»Î±ÎºÎ® Î¼Î¿Ï ÎµÎ¯Ï‡Îµ πληρωθή από αποπνικτικήν οσμήν.
Page 37
.
Page 39
Οικεία Î²Î¿Ï Î»Î®ÏƒÎµÎ¹ παραδίδεται ο άνθρωπος εις Ï„Î¿Ï Ï‚ Î±Î³Î³Î­Î»Î¿Ï Ï‚, εάν δ' ο θάνατος είναι οριστικός δι' Î±Ï Ï„ÏŒÎ½, τούτο αποδοτέον μόνον εις το ασθενικόν της θελήσεώς Ï„Î¿Ï Â».
Page 41
Α! πόσον η λέξις αύτη είναι κενή εννοίας! Είναι απλούς ήχος, ÎµÏ ÏÎµÎ¯Î± έκτασις, εν ή καταφεύγει όλη ημών η περί Î±Î°Î»Î¿Ï Î¬Î³Î½Î¿Î¹Î±, Επί πόσας μακράς ώρας παρεδιδόμην εις μελέτας επί των ομμάτων εκείνων, και ποσάκις, επί ολόκληρον θερινήν νύκτα, Ï€ÏÎ¿ÏƒÎµÏ€Î¬Î¸Î¿Ï Î½ να Ï„Î¿Ï Ï‚ Î´Î¹ÎµÏÎµÏ Î½Î®ÏƒÏ‰.
Page 49
Δεν ημπορεί ν' αρνηθή κανείς ότι η φρενολογία, όπως επίσης κατά το πλείστον και πάντα τα ÏƒÏ ÏƒÏ„Î®Î¼Î±Ï„Î± της Î¼ÎµÏ„Î±Ï†Ï ÏƒÎ¹ÎºÎ®Ï‚, Î´Î¹ÎµÏ„Ï Ï€ÏŽÎ¸Î· κατά την μέθοδον Ï„Î¿Ï ÎµÎº των προτέρων ÏƒÏ Î»Î»Î¿Î³Î¹ÏƒÎ¼Î¿Ï.
Page 55
Προτιμότερον ανάστημα εθεώρει τον Γαργαντούα Ï„Î¿Ï Î¡Î±Î¼Ï€ÎµÎ»Î±Î¯ και τον Ζαντίκ Ï„Î¿Ï Î’Î¿Î»Ï„Î±Î¯ÏÎ¿Ï , και Ï Ï€ÎµÏÎ¬Î½Ï‰ όλων αι φάρσαι με δράσεις ήσαν προτιμότεραι κατά την αισθητικήν Ï„Î¿Ï Ï€Î±ÏÎ¬ αι ÎµÏ Î¸Ï Î¼Î¿Î»Î¿Î³Î¯Î±Î¹ με λόγια.
Page 58
— Εμπρός, εμπρός, είπεν ο βασιληάς με Î±Î½Ï Ï€Î¿Î¼Î¿Î½Î·ÏƒÎ¯Î±, δεν ÎµÏ ÏÎ¯ÏƒÎºÎµÎ¹Ï‚ τίποτα να επινοήσης; — Προσπαθώ να εύρω κάτι το ανέκδοτον, απήντησεν ο νάνος με αφηρημένον ύφος, διότι ήτο τελείως ζαλισμένος από το κρασί.
Page 60
Την νύκτα (καθ' όσον η σάλα περιωρίζετο διά τας εορτάς της νύκτας) ήτο φωτισμένη εις το μέσον από ένα τεράστιον Ï€Î¿Î»Ï Î­Î»Î±Î¹Î¿Î½ κρεμασμένον με μίαν Î±Î»Ï ÏƒÎ¯Î´Î± από το κέντρον Ï„Î¿Ï Î¬Î½Ï‰ ανοίγματος, και ο οποίος ανέβαινε και κατέβαινε χάρις εις ένα σύνηθες αντιστάθμισμα· αλλά διά να μη χαλά το διακοσμητικόν περιβάλλον της σάλας, το βαρύδι Î±Ï Ï„ÏŒ ετοποθετείτο εις το εξωτερικόν Ï„Î¿Ï Î¸ÏŒÎ»Î¿Ï ÎºÎ±Î¹ επάνω από την στέγην.
Page 63
Ο νάνος επωφελήθη την περίστασιν διά να επαναλάβη τον λόγον.
Page 66
Και κατά τον χρόνον Î±Ï Ï„ÏŒÎ½ η καρδία ÎµÏ€ÎµÏ„Î¬Ï‡Ï Î½Îµ το Ï Ï€Î¿Ï‡Î¸ÏŒÎ½Î¹Î¿Î½ εωθινόν της.
Page 69
Î£Ï Î½Î­Î²Î· προ Î¿Î»Î¯Î³Î¿Ï ÎºÎ±Î¹ÏÎ¿Ï εις την Βαλτιμόρην, ÏŒÏ€Î¿Ï Ï€Î±ÏÎ®Î³Î±Î³Îµ ζωηράν εντύπωσιν, και ανεκοινώθη μάλιστα εις ÎµÏ ÏÏÏ„Î±Ï„Î¿Î½ κύκλον.
Page 73
Στάμπλεττον ήτο ακόμη ζωντανός, αν και Î»Î¹Ï€ÏŒÎ¸Ï Î¼Î¿Ï‚.
Page 74
Η φοβερά πίεσις των Ï€Î½ÎµÏ Î¼ÏŒÎ½Ï‰Î½ — η αποπνικτική οσμή της Ï Î³ÏÎ¬Ï‚ γης — η μεγάλη πίεσις της στενής διαμονής — το σκότος της Î±Ï€Î¿Î»ÏÏ„Î¿Ï Î½Ï ÎºÏ„ÏŒÏ‚ — η σιωπή οιονεί ομοία προς Î²Ï Î¸Î¹Î¶Î¿Î¼Î­Î½Î·Î½ θάλασσαν — η άπρακτος αλλά ψηλαφητή Ï€Î±ÏÎ¿Ï ÏƒÎ¯Î± Ï„Î¿Ï ÎµÏ€Î¹Ï„Î¹Î¸ÎµÎ¼Î­Î½Î¿Ï ÏƒÎºÏŽÎ»Î·ÎºÎ¿Ï‚ — όλα Î±Ï Ï„Î¬ τα πράγματα, σχετιζόμενα με την ανάμνησιν Ï„Î¿Ï ÎµÎ»ÎµÏ Î¸Î­ÏÎ¿Ï Î±Î­ÏÎ¿Ï‚ και Ï„Î¿Ï Ï‡ÏŒÏÏ„Î¿Ï Ï€Î¿Ï Î²Î»Î±ÏƒÏ„Î¬Î½ÎµÎ¹ από επάνω μας, σχετιζόμενα και πάλιν με την ενθύμησιν των αγαπητών φίλων, Ï€Î¿Ï Î¸Î± επετούσαν προς βοήθειάν μας εάν η τύχη μας ήτο γνωστή, σχετιζόμενα προς την ÏƒÏ Î½ÎµÎ¯Î´Î·ÏƒÎ¹Î½ ότι την τύχην Î±Ï Ï„Î®Î½ δεν θα Î´Ï Î½Î·Î¸Î¿ÏÎ½ να την Î³Î½Ï‰ÏÎ¯ÏƒÎ¿Ï Î½ και ότι η μόνη μας ελπίς είναι ο θάνατος, ο πραγματικός θάνατος Î±Ï Ï„Î®Î½ την φοράν — αι παρατηρήσεις αύται, λέγω, Ï‡ÏÎ½Î¿Ï Î½ εις την καρδίαν, η οποία αδιακόπως πάλλει, ένα τρόμον τόσον φρικώδη και Î±Î½Ï Ï€ÏŒÏ†Î¿ÏÎ¿Î½, Ï€Î¿Ï ÎµÎ½ÏŽÏ€Î¹ÏŒÎ½ Ï„Î¿Ï Î· μάλλον Î¹ÏƒÏ‡Ï ÏÎ¬ φαντασία Ï Ï€Î¿Ï‡Ï‰ÏÎµÎ¯.
Page 78
θα ÎµÏ ÏÎ¯ÏƒÎºÎµÏ„Î¿ μέσα εις τα χέρια Î¼Î¿Ï .
Page 79
Θα ήμην ίσως μακράν των οικείων Î¼Î¿Ï ÎºÎ±Ï„Î¬ τον θάνατόν Î¼Î¿Ï , εις Î¾Î­Î½Î¿Ï Ï‚, — πότε και πώς, δεν ήτο Î´Ï Î½Î±Ï„ÏŒÎ½ να το ÎµÎ½Î¸Ï Î¼Î·Î¸ÏŽ — και ήσαν Î±Ï Ï„Î¿Î¯ Ï€Î¿Ï Î¼Îµ έθαψαν σαν σκύλλον, κλειδωμένον εις το πρώτον Ï„Ï Ï‡ÏŒÎ½ φέρετρον, και χωσμένον βαθειά-βαθειά, χωσμένον διά πάντοτε σε κάποιον κοινόν τάφον, εις κάποιον Î±Î½ÏŽÎ½Ï Î¼Î¿Î½ τάφον.