The Complete Poetical Works of Edgar Allan Poe Including Essays on Poetry

By Edgar Allan Poe

Page 64

Would have given a real diamond to such as you;
And at the best I'm certain, madam, you cannot
Have use for jewels _now_. But I might have sworn it.

(_Exit_)

(_Lalage bursts into tears and leans her head upon the table--after a
short pause raises it_.)

_Lal_. Poor Lalage!--and is it come to this?
Thy servant maid!--but courage!--'tis but a viper
Whom thou hast cherished to sting thee to the soul!
(_taking up the mirror_)
Ha! here at least's a friend--too much a friend
In earlier days--a friend will not deceive thee.
Fair mirror and true! now tell me (for thou canst)
A tale--a pretty tale--and heed thou not
Though it be rife with woe. It answers me.
It speaks of sunken eyes, and wasted cheeks,
And beauty long deceased--remembers me,
Of Joy departed--Hope, the Seraph Hope,

Last Page Next Page

Text Comparison with Ιστορίες αλλόκοτες

Page 2
— Σας ζητώ Î¼Ï ÏÎ¹Î¬ÎºÎ¹Ï‚ ÏƒÏ Î³Î³Î½ÏŽÎ¼Î·Î½ δια την Ï Ï€ÏŒÎ½Î¿Î¹Î¬Î½ Î¼Î¿Ï Ï„Î±ÏÏ„Î·Î½, απήντησα· αλλά θα ÏƒÏ Î¼Ï†Ï‰Î½Î®ÏƒÎµÏ„Îµ ότι η πλάνη Î¼Î¿Ï ÎµÎ¯Î½Î±Î¹ ÏƒÏ Î³Ï‡Ï‰ÏÎ·Ï„Î­Î±.
Page 4
Πλείσται ÎºÏ ÏÎ¯Î±Î¹, παραδείγματος χάριν, αι οποίαι επέρασαν τα 70 έτη, ÎµÏ€ÎµÎ´ÎµÎ¯ÎºÎ½Ï Î¿Î½ μεγάλην ποσότητα κοσμημάτων, Î´Î±ÎºÏ„Ï Î»Î¹Î´Î¯Ï‰Î½, βραχιολίων και ενωτίων, άφιναν δε τα στήθη των και Ï„Î¿Ï Ï‚ βραχίονας Î±Ï Î¸Î±Î´ÏŽÏ‚ Î³Ï Î¼Î½Î¿ÏÏ‚.
Page 10
Αι; κάτι το Ï€ÏÏ‰Ï„ÏŒÏ„Ï Ï€Î¿Î½.
Page 11
Όλος ο κόσμος ÎµÏ†Î»Ï Î±ÏÎ¿ÏÏƒÎµÎ½, ηστειεύετο, εγέλα, έκαμνε χίλιες τρέλλες.
Page 14
Κατά την ορθοτάτην παρατήρησίν Ï„Î¿Ï , ήτο μέθοδος απλή, Î´Î¹Î±Ï Î³Î®Ï‚ και Î´Î¹ÏŒÎ»Î¿Ï ÎºÎ±Ï„Î±Î¸Î»Î¹Ï€Ï„Î¹ÎºÎ®.
Page 17
Άφησα το χέρι Î¼Î¿Ï Î­Ï„ÏƒÎ¹ επί τινας στιγμάς, προσπαθών να φαντασθώ πού Î®Î¼Î¿Ï Î½ και τι απέγεινα.
Page 19
Είδα φανερά ποία ήτο η τύχη Ï€Î¿Ï Î¼Î¿Ï ÎµÏ€ÎµÏ†Ï Î»Î¬ÏƒÏƒÎµÏ„Î¿ και Î·Ï Ï‡Î±ÏÎ¹ÏƒÏ„Î®Î¸Î·Î½ διά το απρόοπτον Î±Ï Ï„ÏŒ γεγονός.
Page 20
Η αταξία Ï„Î¿Ï Ï€Î½ÎµÏÎ¼Î±Ï„Î¿Ï‚ με ημπόδισε να παρατηρήσω ότι είχα τον τοίχον προς τα αριστερά.
Page 27
Απεμακρύνθην, αλλ' οι τοίχοι επλησίαζαν και με έσπρωχναν προς τα εμπρός με ακαταμάχητον δύναμιν.
Page 31
.
Page 45
Εφλεγόμην δι' Î±Ï Ï„Î®Î½ Ï Ï€ÏŒ Ï€Î¬Î¸Î¿Ï Ï‚ ÏƒÏ†Î¿Î´ÏÎ¿Ï„Î­ÏÎ¿Ï Î¯ÏƒÏ‰Ï‚ Ï„Î¿Ï Î¹Î´Î¹ÎºÎ¿Ï της, εν στιγμαίς μάλιστα διεγέρσεως, επερχομένης μοι εκ της χρήσεως Ï„Î¿Ï Î¿Ï€Î¯Î¿Ï Â· την ÎµÎºÎ¬Î»Î¿Ï Î½ μεγαλοφώνως διά Ï„Î¿Ï Î¿Î½ÏŒÎ¼Î±Ï„ÏŒÏ‚ της εν τη σιγή της Î½Ï ÎºÏ„ÏŒÏ‚ και εις τα σκιερά καταφύγια των κοιλάδων κατά την ημέραν, ωσανεί διά της αγρίας ταύτης ενεργείας Ï„Î¿Ï ÏƒÏ†Î¿Î´ÏÎ¿Ï Î¼Î¿Ï Ï€Î¬Î¸Î¿Ï Ï‚ έμελλον να την επαναφέρω εις την ζωήν, εξ ης είχεν απέλθει· διά παντός αρά γε; αλλ' ήτο Î´Ï Î½Î±Ï„ÏŒÎ½; Κατά τας πρώτας ημέρας Ï„Î¿Ï Î´ÎµÏ Ï„Î­ÏÎ¿Ï Î±Ï€ÏŒ Ï„Î¿Ï Î³Î¬Î¼Î¿Ï Î·Î¼ÏŽÎ½ μηνός η λαίδη Ροβένα προσεβλήθη Ï Ï€ÏŒ αιφνιδίας Î½ÏŒÏƒÎ¿Ï , διαρκεσάσης εφ' ικανόν, κατά τας δεινάς δε νύκτας Ï„Î¿Ï Ï€Ï ÏÎµÏ„Î¿Ï εις λήθαργον διατελούσα παρελήρει, ομιλούσα περί ήχων και κινήσεων, Î¿Ï Ï‚ Î®ÎºÎ¿Ï ÎµÎ½ αορίστως εν τω δωματίω, αλλά δεν προσείχα εγώ, αποδίδων Ï„Î¿Ï Ï‚ Î»ÏŒÎ³Î¿Ï Ï‚ της εις την εκ Ï„Î¿Ï Ï€Ï ÏÎµÏ„Î¿Ï ÏƒÏÎ³Ï‡Ï ÏƒÎ¹Î½ των ιδεών της και ÎºÏ ÏÎ¯Ï‰Ï‚ εις την φαντασμαγορικήν επίδρασιν Ï„Î¿Ï Î¸Î±Î»Î¬Î¼Î¿Ï .
Page 49
Και τότε ήρχισε ν' ανοίγη βραδέως, βραδέως Ï„Î¿Ï Ï‚ οφθαλμούς.
Page 52
Το πρώτον μας μελέτημα είναι ν' Î±Ï€Î¿Î¼Î±ÎºÏÏ Î½Î¸ÏŽÎ¼ÎµÎ½ από τον ÎºÎ¯Î½Î´Ï Î½Î¿Î½.
Page 60
Έπειτα επασαλείφθησαν με κατράμι.
Page 61
Ενώ ο Î¸ÏŒÏÏ Î²Î¿Ï‚ ήτο εις το ÎºÎ±Ï„Î±ÎºÏŒÏÏ Ï†ÏŒÎ½ Ï„Î¿Ï , και ενώ κάθε μάσκα δεν εσκέπτετο παρά διά την ιδικήν της ασφάλειαν — διότι Ï Ï€Î®ÏÏ‡Îµ πραγματικός ÎºÎ¯Î½Î´Ï Î½Î¿Ï‚ ως εκ της ανεμοζάλης Ï„Î¿Ï ÎºÎ±Ï„Î±Ï„ÏÎ¿Î¼Î±Î³Î¼Î­Î½Î¿Ï Ï€Î»Î®Î¸Î¿Ï Ï‚ — έβλεπαν την Î¬Î»Ï ÏƒÎ¿Î½, την κρατούσαν ÏƒÏ Î½Î®Î¸Ï‰Ï‚ τον Ï€Î¿Î»Ï Î­Î»Î±Î¹Î¿Î½, να καταβαίνη βαθμιαίως, μέχρις ÏŒÏ„Î¿Ï Ï„Î¿ βαρύδιον το προσκολλημένον εις το άκρον της Î±Î»ÏÏƒÎ¿Ï Î­Ï†Î¸Î±ÏƒÎµ εις τρεις πόδας άνωθεν Ï„Î¿Ï Ï€Î±Ï„ÏŽÎ¼Î±Ï„Î¿Ï‚.
Page 62
Όλοι οι Ï€Î±ÏÎµÏ ÏÎ¹ÏƒÎºÏŒÎ¼ÎµÎ½Î¿Î¹ ÎµÎ¸Î¿ÏÏ Î²Î®Î¸Î·ÏƒÎ±Î½ τόσον πολύ από την ανάβασιν, ώστε επεκράτησε νεκρική σιγή, η οποία διήρκεσε ένα λεπτόν Ï€ÎµÏÎ¯Ï€Î¿Ï .
Page 63
Αγαπούσα Î±Ï Ï„ÏŒÎ½ τον γέροντα.
Page 64
Και κάθε νύκτα, όταν ήρχετο το μεσονύκτιον, έστρεφα το ρόπτρον της θύρας Ï„Î¿Ï ÎºÎ±Î¹ την άνοιγα! ω! τόσον Î®ÏƒÏ Ï‡Î±! Και τότε, όταν το άνοιγμα ήτο αρκετόν διά να περάση η κεφαλή Î¼Î¿Ï , έβαζα μέσα ένα ÎºÏÏ Ï†Î¿Ï†Î¬Î½Î±ÏÎ¿, κλειστό, πολύ κλειστό, διά να μη φεύγη κανένα φως, και τότε επερνούσα το κεφάλι Î¼Î¿Ï ÎµÎ¹Ï‚ το δωμάτιον.
Page 71
Την μετέφερεν έξαλλος από χαράν εις την κατοικίαν της, εις το χωρίον.
Page 74
Επί πολλά έτη Ï Ï€Î®ÏÎ¾Î± το αντικείμενον ÏƒÏ Ï‡Î½ÏŽÎ½ προσβολών Ï„Î¿Ï ÎµÎ¾Î±Î¹ÏÎµÏ„Î¹ÎºÎ¿Ï κακού, το οποίον οι ιατροί ÏƒÏ Î½Î®Î¸Ï‰Ï‚ Î¿Î½Î¿Î¼Î¬Î¶Î¿Ï Î½ καταληψίαν, μη Ï Ï€Î¬ÏÏ‡Î¿Î½Ï„Î¿Ï‚ Î¬Î»Î»Î¿Ï ÏŒÏÎ¿Ï Ï€Î¿Ï Î½Î± το καθορίση καλύτερον.