The Complete Poetical Works of Edgar Allan Poe Including Essays on Poetry

By Edgar Allan Poe

Page 26

a mad expostulation with the deaf and frantic fire
Leaping higher, higher, higher,
With a desperate desire,
And a resolute endeavor
Now--now to sit or never,
By the side of the pale-faced moon.
Oh, the bells, bells, bells!
What a tale their terror tells
Of Despair!
How they clang, and clash, and roar!
What a horror they outpour
On the bosom of the palpitating air!
Yet the ear it fully knows,
By the twanging,
And the clanging,
How the danger ebbs and flows;
Yet the ear distinctly tells,
In the jangling,
And the wrangling,
How the danger sinks and swells,
By the sinking or the swelling in the anger of the bells--
Of the bells--
Of the bells, bells, bells, bells,
Bells, bells, bells--
In the clamor and the clangor of the bells!


Hear the tolling of the bells--
Iron bells!
What a world of solemn thought their monody compels!
In the silence of the night,
How we shiver with affright
At the melancholy menace of their tone!
For every sound that floats
From the rust within their throats
Is a groan.
And the people--ah, the people--
They that dwell up in the steeple.
All alone,
And who toiling, toiling, toiling,
In that muffled monotone,
Feel a glory in so rolling
On the human heart a stone--
They are neither man nor woman--
They are neither brute nor human--
They are Ghouls:
And their king it is who tolls;
And he rolls, rolls, rolls,
A paean from the bells!
And his merry bosom swells
With the paean of the bells!
And he dances, and he yells;
Keeping time, time, time,
In a sort of Runic rhyme,
To the paean of the bells--
Of the bells:
Keeping time, time, time,
In a sort of Runic rhyme,
To the throbbing of the bells--
Of the bells, bells, bells--
To the

Last Page Next Page

Text Comparison with Ιστορίες αλλόκοτες

Page 4
Παρετήρησα ότι Ï„Î¿Ï Î»Î¬Ï‡Î¹ÏƒÏ„Î¿Î½ τα δύο τρίτα των ÏƒÏ Î½Î´Î±Î¹Ï„Ï Î¼ÏŒÎ½Ï‰Î½ ήσαν ÎºÏ ÏÎ¯Î±Î¹, μεταξύ των οποίων περισσότεραι της μιας πολύ απείχον να είναι ÎµÎ½Î´ÎµÎ´Ï Î¼Î­Î½Î±Î¹ κατά την Ï„ÎµÎ»ÎµÏ Ï„Î±Î¯Î±Î½ παρισινήν μόδαν.
Page 5
Αλλά προς τι; Μήπως ο κόσμος δεν αποτελείται από όλα τα είδη των ανθρώπων, από όλα τα είδη σκέψεων, από όλα τα είδη ÏƒÏ Î½Î·Î¸ÎµÎ¹ÏŽÎ½ και κοινωνικών ÏƒÏ Î½Î¸Î·ÎºÏŽÎ½; Άλλως τε και αρκετά ÎµÏ„Î±Î¾Î¯Î´ÎµÏ ÏƒÎ± διά να δύναμαι να εφαρμόζω το ρητόν Ï„Î¿Ï Î¼Î· εκπλήττεσθαι διά τίποτε.
Page 8
Παρατηρήσατε .
Page 12
Î¤Î¿Ï ÎµÏ€Î­Ï„ÏÎµÏˆÎµ να επισκεφθή το Î¯Î´ÏÏ Î¼Î± απλώς διά να περάση η ώρα και διά να τον κοροϊδεύση λιγάκι.
Page 19
Ο θάνατος, τον οποίον ούτω Î´Î¹Î­Ï†Ï Î³Î±,.
Page 21
Ένας από Ï„Î¿Ï Ï‚ πίνακας παρίστανε κάτι πολύ παράδοξον, το οποίον εκέντησε την περιέργειάν Î¼Î¿Ï .
Page 23
Εν τούτοις τι με ÏƒÏ Î½Î­Î´ÎµÎµ πλέον με την ελπίδα; Καθώς είπα, ήτο μία αόριστος ιδέα.
Page 26
Προς στιγμήν Ï„Î¿Ï Î»Î¬Ï‡Î¹ÏƒÏ„Î¿Î½ ήμην &ελεύθερος&! Ελεύθερος! Αλλ' εις τα Î´Î¯ÎºÏ„Ï Î± της Ιεράς Εξετάσεως! Μόλις άφησα την φρικτήν στρώμνην και επάτησα Ï„Î¿Ï Ï‚ πόδας Î¼Î¿Ï ÎµÎ¹Ï‚ το πάτωμα Ï„Î¿Ï Î¼Ï€Î¿Ï Î½Ï„ÏÎ¿Ï Î¼Î¹Î¿Ï Î¼Î¿Ï , η δαιμονιώδης κίνησις Ï„Î¿Ï ÎµÏÎ³Î±Î»ÎµÎ¯Î¿Ï Î­Ï€Î±Ï ÏƒÎµ και το είδα ÏƒÏ ÏÏŒÎ¼ÎµÎ½Î¿Î½ κατά μήκος της οροφής.
Page 27
Το κέντρον Ï„Î¿Ï ÎºÎ±Î¹ Ï†Ï ÏƒÎ¹ÎºÎ¬ επίσης η μακροτέρα διαγώνιός Ï„Î¿Ï ÏƒÏ Î½Î­Ï€Î¹Ï€Ï„Î¿Î½ με την Ï‡Î±Î¯Î½Î¿Ï ÏƒÎ±Î½ Î¬Î²Ï ÏƒÏƒÎ¿Î½.
Page 32
Το ανάστημά Ï„Î¿Ï Î®Ï„Î¿ ολίγον μικρότερον Ï„Î¿Ï Î¼ÎµÏ„ÏÎ¯Î¿Ï Â· αλλ' Ï Ï€Î®ÏÏ‡Î¿Î½ στιγμαί Î¹ÏƒÏ‡Ï ÏÎ¿Ï Ï€Î¬Î¸Î¿Ï Ï‚, καθ' ας εφαίνετο ότι εμεγεθύνετο παρά πάσαν προσδοκίαν.
Page 34
Τι να εσήμαιναν Î±Ï Ï„Î¬ τα γράμματα; Είναι εκτός αμφιβολίας ότι θα ήτανε μέρος της λέξεως: ΓΕΛΑΣΜΑ.
Page 42
Κατά την πάλην προς την σκιάν είχεν αντιτάξει αντίστασιν, ην αι λέξεις Î±Î´Ï Î½Î±Ï„Î¿ÏÏƒÎ¹ να.
Page 48
Αφ' ικανής ήδη ώρας εκοιτόμην ακίνητος επί Ï„Î¿Ï ÏƒÎ¿Ï†Î¬, καταβιβρωσκόμενος Ï Ï€ÏŒ των σφοδροτέρων ÏƒÏ Î³ÎºÎ¹Î½Î®ÏƒÎµÏ‰Î½, η ελαχίστη των οποίων ήτο Ï Ï€Î­ÏÏ„Î±Ï„Î¿Ï‚ τρόμος.
Page 53
Ούτε μίαν φοράν δεν επέρασεν από το Î¼Ï Î±Î»ÏŒ Î¼Î¿Ï ÏŒÏ„Î¹ ήτο Î´Ï Î½Î±Ï„ÏŒÎ½ ν' Î±Î½Î±ÎºÎ±Î»Ï Ï†Î¸Î® το έγκλημα.
Page 60
Όταν αι προετοιμασίαι αύται ετελείωσαν, τα πρόσωπα της παρέας, Î±Ï€Î¿Î¼Î±ÎºÏÏ Î½ÏŒÎ¼ÎµÎ½Î± όσον είναι Î´Ï Î½Î±Ï„ÏŒÎ½ το ένα από το άλλο, εσχημάτισαν ένα κύκλον διά να Î´ÏŽÏƒÎ¿Ï Î½ εις το πράγμα ένα Ï†Ï ÏƒÎ¹ÎºÏŽÏ„ÎµÏÎ¿Î½ ενδιαφέρον· ο Χοπ-Φρωγκ κατώρθωσε το επιπλέον της Î±Î»ÏÏƒÎ¿Ï Î½Î± το περάση διαγωνίως εις τον κύκλον των Î±Î»Ï ÏƒÎ¿Î´Î­Ï„Ï‰Î½ κατά την σημερινήν εν χρήσει μέθοδον εκείνων Ï€Î¿Ï Î´Î­Î½Î¿Ï Î½ χιμπατζήδες ή Ï€Î¹Î¸Î®ÎºÎ¿Ï Ï‚ Î¼ÎµÎ³Î¬Î»Î¿Ï ÎµÎ¯Î´Î¿Ï Ï‚ εις το Βόρνεο.
Page 65
Δεν ήτο πόνος Î´Ï ÏƒÏ„Ï Ï‡Î¯Î±Ï‚ ή Î²Î±ÏƒÎ¬Î½Î¿Ï .
Page 73
Μετ' ολίγον ανεύρε την Ï Î³ÎµÎ¯Î±Î½ Ï„Î¿Ï ÎºÎ±Î¹ παρεδόθη εις τας χείρας των φίλων Ï„Î¿Ï , εις Ï„Î¿Ï Ï‚ Î¿Ï€Î¿Î¯Î¿Ï Ï‚ ÎµÏ€ÎµÏ†Ï Î»Î¬Ï‡Î¸Î·ÏƒÎ±Î½ να ÎºÎ±Ï„Î±ÏƒÏ„Î®ÏƒÎ¿Ï Î½ γνωστήν την ανάστασίν Ï„Î¿Ï , μέχρις Î¿Ï Ï€Î±Ï‚ φόβος μεταπτώσεως εις τον θάνατον τελείως απεσοβήθη.
Page 77
Αλλά αλλοίμονον! όσοι εκοιμώντο πραγματικά ήσαν πολύ ολίγοι, εκατομμύρια φορές ολιγώτεροι, από ÎµÎºÎµÎ¯Î½Î¿Ï Ï‚ Ï€Î¿Ï ÎµÎºÎ¿Î¹Î¼ÏŽÎ½Ï„Î¿ διά παντός.
Page 78
Τέλος ένα ελαφρόν τρεμούλιασμα των Ï†ÏÏ Î´Î¹ÏŽÎ½, και αμέσως μία ηλεκτρική ÏƒÏ Î³ÎºÎ¯Î½Î·ÏƒÎ¹Ï‚, ένας θανάσιμος και αόριστος τρόμος, Ï€Î¿Ï Î¼ÎµÏ„Î±Î´Î¯Î´ÎµÎ¹ το αίμα χειμαρρωδώς από Ï„Î¿Ï Ï‚ ÎºÏÎ¿Ï„Î¬Ï†Î¿Ï Ï‚ εις την καρδιά.
Page 81
Ενεδύθησαν με τεμάχια λινού, έβαλαν μέσα πίσσα, και ÎµÎºÎ¬Î»Ï ÏˆÎ±Î½ όλον το σώμα των με πτερά και ÏƒÏ„Î¿Ï Ï€Î¯.