The Complete Poetical Works of Edgar Allan Poe Including Essays on Poetry

By Edgar Allan Poe

Page 194

as was admissible--is given to the Raven's entrance. He comes in "with
many a flirt and flutter."

Not the _least obeisance made he_--not a moment stopped or stayed he,
_But with mien of lord or lady_, perched above my chamber door.

In the two stanzas which follow, the design is more obviously carried

Then this ebony bird beguiling my _sad fancy_ into smiling
By the _grave and stern decorum of the countenance it wore_,
"Though thy _crest be shorn and shaven_, thou," I said, "art sure no
Ghastly grim and ancient Raven wandering from the nightly shore--
Tell me what thy lordly name is on the night's Plutonian shore?"
Quoth the Raven, "Nevermore."

Much I marvelled _this ungainly fowl_ to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning--little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
_Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door--
Bird or beast upon the sculptured bust above his chamber door_,
With such name as "Nevermore."

The effect of the denouement being thus provided for, I immediately drop
the fantastic for a tone of the most profound seriousness--this tone
commencing in the stanza directly following the one last quoted, with
the line,

But the Raven, sitting lonely on that placid bust, spoke only, etc.

From this epoch the lover no longer jests--no longer sees anything even
of the fantastic in the Raven's demeanor. He speaks of him as a "grim,
ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore," and feels the
"fiery eyes" burning into his "bosom's core." This revolution of
thought, or fancy, on the lover's part, is intended to induce a similar
one on the part of the reader--to bring the mind into a proper frame for
the _denouement_--which is now brought about as rapidly and as
_directly_ as possible.

With the _denouement_ proper--with the Raven's reply, "Nevermore," to
the lover's final demand if he shall meet his mistress in another
world--the poem, in its obvious phase, that of a simple narrative, may
be said to have its completion. So far, everything is within the limits
of the accountable--of the real. A raven having learned by rote the
single word "Nevermore," and having escaped from the custody of its
owner, is driven at midnight, through the violence of a storm, to seek
admission at a window from which a light still

Last Page Next Page

Text Comparison with Ιστορίες αλλόκοτες

Page 0
Εντραπείς όμως.
Page 4
Î‘Ï Ï„Î® η τραπεζαρία, η οποία αρχιτεκτονικώς δεν ήτο κακή, εστερείτο κομψότητος.
Page 9
— Για όνομα Ï„Î¿Ï Î˜ÎµÎ¿Ï, δεσποινίς Σαλοαφέττ! Εκραύγασαν εν χορώ δώδεκα εκ των παρισταμένων.
Page 12
Page 13
Ήτο σύστημα απολύτως τέλειον, απλούν, Î´Î¹Î±Ï Î³Î­Ï‚, όχι ÎµÏ€Î¹Î²Î±ÏÏ Î½Ï„Î¹ÎºÏŒÎ½, ένα πολύ ÎµÏ Ï‡Î¬ÏÎ¹ÏƒÏ„Î¿Î½ σύστημα .
Page 23
Επανακτήσας τας αισθήσεις Î¼Î¿Ï Î·ÏƒÎ¸Î¬Î½Î¸Î·Î½ ÎµÎ¼Î±Ï Ï„ÏŒÎ½ Ï Ï€ÎµÏÎ¬Î½Ï‰ πάσης εκφράσεως Î±Î´Ï Î½Î±Ï„Î¹ÏƒÎ¼Î­Î½Î¿Î½ και πονημένον από την μακράν ακινησίαν.
Page 24
Και εν τούτοις έφρισσα σκεπτόμενος ότι δεν έμεινεν εις το εργαλείον, ειμή ολίγη απόστασις, να ÎºÏ„Ï Ï€Î®ÏƒÎ· εις το στήθος Î¼Î¿Ï Ï„Î¿ κοπτερόν και λάμπον Î±Ï Ï„ÏŒ δρέπανον.
Page 25
Από ώρας τώρα τα πέριξ Ï„Î¿Ï Î¾Ï Î»Î¯Î½Î¿Ï ÎºÎ¿Ï Ï„Î¹Î¿Ï, επί Ï„Î¿Ï Î¿Ï€Î¿Î¯Î¿Ï ÎµÏ ÏÎ¹ÏƒÎºÏŒÎ¼Î·Î½ εξηπλωμένος, έβριθον ÎºÏ ÏÎ¹Î¿Î»ÎµÎºÏ„Î¹ÎºÏŽÏ‚ από ένα στρατόν εκ ποντικών.
Page 28
Page 29
Ενώ δε στην Î´Î¹ÏŽÏÏ Î³Î± μόνη η γόνδολά Î¼Î¿Ï Î²ÏÎ¯ÏƒÎºÎ¿Î½Ï„Î±Î½, έξαφνα απ' όλες της μεριές φάνηκαν πολλοί άνθρωποι και με παλληκαριά πέφτοντας μέσ' το ρεύμα άρχισαν να ζητούν το μικρό αγγελούδι.
Page 43
Ότι με ηγάπα το εγνώριζα καλώς, εις στήθος δε, ως το ιδικόν της, ο έρως δεν ήτο Î´Ï Î½Î±Ï„ÏŒÎ½ να εμφωλεύη ως σύνηθες πάθος.
Page 44
Παραλείπων την λεπτομερή αφήγησιν των τόσων άλλων μικρολογιών, θα περιορισθώ εις την περιγραφήν Ï„Î¿Ï ÎºÎ±Ï„Î·ÏÎ±Î¼Î­Î½Î¿Ï Î¸Î±Î»Î¬Î¼Î¿Ï , εν ώ ωδήγησα την Î´ÎµÏ Ï„Î­ÏÎ±Î½ Î¼Î¿Ï ÏƒÏÎ¶Ï Î³Î¿Î½, την λαίδην Ροβέναν δε Τρεμαίν, ξανθήν και ÎºÏ Î±Î½ÏŒÏ†Î¸Î±Î»Î¼Î¿Î½ νεανίδα.
Page 51
Page 56
Ï€Î¿Ï ÎµÎ¯Î½Î±Î¹, καθώς γνωρίζομεν, αισθητώς μακρότεραι εις την Î±Ï Î»Î®Î½ παρά παντού αλλού — εάν δεν είχαν ένα γελωτοποιόν Ï€Î¿Ï Î½Î± Ï„Î¿Ï Ï‚ κάνη να Î³ÎµÎ»Î¬ÏƒÎ¿Ï Î½, και ένα νάνον εις βάρος Ï„Î¿Ï Î¿Ï€Î¿Î¯Î¿Ï Î½Î± δύνανται να Î³ÎµÎ»Î¬ÏƒÎ¿Ï Î½.
Page 62
Εάν ημπορούσα μόνον να Ï„Î¿Ï Ï‚ εξετάσω Î®ÏƒÏ Ï‡Î±, θα ημπορούσα να σας είπω ποίοι ήσαν! Εδώ, αφού εσηκώθηκε επάνω από τα κεφάλια Ï„Î¿Ï Ï€Î»Î®Î¸Î¿Ï Ï‚, ÎµÏ ÏÎ®ÎºÎµ μέσον να πλησιάση τον τοίχον επήρεν ένα φανάρι από μια από τας ÎºÎ±ÏÏ Î¬Ï„Î¹Î´Î±Ï‚, επανήθεν όπως επήγεν εις το κέντρον της αιθούσης, επήδησε με ÎµÏ ÎºÎ¹Î½Î·ÏƒÎ¯Î±Î½ Ï€Î¹Î¸Î®ÎºÎ¿Ï ÎµÏ€Î¬Î½Ï‰ από το κεφάλι Ï„Î¿Ï Î²Î±ÏƒÎ¹Î»Î­Ï‰Ï‚, και από εκεί εσκαρφάλωσεν εις την Î±Î»Ï ÏƒÎ¯Î´Î± ολίγα βήματα παραπάνω, και χαμηλώνων τον κορμόν διά να εξετάση το Î¿Ï ÏÎ±Î³Î³Î¿Ï Ï„Î¬Î³ÎºÎµÎ¹Î¿Î½ σταφύλι, εφώναξε Î´Ï Î½Î±Ï„Î¬ : «Θα σας είπω ποίος είναι!» Και τότε, ενώ όλη η ÏƒÏ Î³ÎºÎ­Î½Ï„ÏÏ‰ÏƒÎ¹Ï‚, με Î±Ï Ï„Î¿ÏÏ‚ ακόμη Ï„Î¿Ï Ï‚ Ï€Î¹Î¸Î®ÎºÎ¿Ï Ï‚, εξερράγη εις γέλωτας, ο γελωτοποιός έκαμεν αποτόμως ένα εκκωφαντικόν σύριγμα· η Î±Î»Ï ÏƒÎ¯Î´Î± ανέβηκε και πάλιν τριάκοντα πόδας, Ï€Î±ÏÎ±Î»Î±Î¼Î²Î¬Î½Î¿Ï ÏƒÎ± μαζί της και Ï„Î¿Ï Ï‚ Î¿Ï ÏÎ±Î³Î³Î¿Ï Ï„Î¬Î³ÎºÎ¿Ï Ï‚ ÎºÎ±Ï„Î±Ï„ÏÎ¿Î¼Î±Î³Î¼Î­Î½Î¿Ï Ï‚ και Ï„Î±ÏÎ±Î³Î¼Î­Î½Î¿Ï Ï‚, και Ï„Î¿Ï Ï‚ Î¬Î»Î»Î¿Ï Ï‚ ÎºÏÎµÎ¼Î±ÏƒÎ¼Î­Î½Î¿Ï Ï‚ εις τον αέρα, εις το μέσον Ï„Î¿Ï Î¬Î½Ï‰ ανοίγματος Ï„Î¿Ï Î¸ÏŒÎ»Î¿Ï ÎºÎ±Î¹ Ï„Î¿Ï Ï€Î±Ï„ÏŽÎ¼Î±Ï„Î¿Ï‚.
Page 66
Ναι, ήτο άκαμπτος ως νεκρός.
Page 69
Περνά λίγη ώρα, και κάτι Î¼Ï ÏƒÏ„Î·ÏÎ¹ÏŽÎ´ÎµÏ‚ και αόρατον εμβάλλει εις κίνησιν τας μαγικάς, θα έλεγες, Ï€Ï„Î­ÏÏ Î³Î±Ï‚ και Ï„Î¿Ï Ï‚ Î´Î¹Î±Ï†ÏŒÏÎ¿Ï Ï‚ τροχούς· η Î±ÏÎ³Ï ÏÎ¬ χορδή δεν είχε σπάσει, το Ï‡ÏÏ ÏƒÎ¿ÏÎ½ αγγείον δεν ÏƒÏ Î½ÎµÏ„ÏÎ¯Î²Î· ανεπανόρθωτα.
Page 78
Ανεγνώρισα ότι είχα τελείως τότε ανεύρει την Î»ÎµÎ¹Ï„Î¿Ï ÏÎ³ÎµÎ¯Î±Î½ των οργάνων της οράσεως, και ότι εν τούτοις το παν δεν ήτο άλλο παρά σκοτάδι, σκοτάδι παντού, — το μέγιστον και ανώτατον σκοτάδι της Î½Ï ÎºÏ„ÏŒÏ‚ Ï€Î¿Ï Î¸Î± διαρκέση πάντοτε.
Page 79
Εσκόνταψαν εις ένα σταθερόν ξύλινον τοίχον, Ï€Î¿Ï ÎµÎ¾Î·Ï€Î»ÏŽÎ½ÎµÏ„Î¿ επάνω από το σώμα Î¼Î¿Ï ÎµÎ¹Ï‚ απόστασιν έξ ποδών από το πρόσωπόν Î¼Î¿Ï .
Page 80
Ήσαν τρομεραί — ήσαν μιας Î±ÎºÎ±Ï„Î±Î»Î®Ï€Ï„Î¿Ï Î±Î³ÏÎ¹ÏŒÏ„Î·Ï„Î¿Ï‚.