The Complete Poetical Works of Edgar Allan Poe Including Essays on Poetry

By Edgar Allan Poe

Page 115

fears
Of her--who asked no reason why,
But turned on me her quiet eye!

Yet _more_ than worthy of the love
My spirit struggled with, and strove
When, on the mountain peak, alone,
Ambition lent it a new tone--
I had no being--but in thee:
The world, and all it did contain
In the earth--the air--the sea--
Its joy--its little lot of pain
That was new pleasure--the ideal,
Dim, vanities of dreams by night--
And dimmer nothings which were real--
(Shadows--and a more shadowy light!)
Parted upon their misty wings,
And, so, confusedly, became
Thine image and--a name--a name!
Two separate--yet most intimate things.

I was ambitious--have you known
The passion, father? You have not:
A cottager, I marked a throne
Of half the world as all my own,
And murmured at such lowly lot--
But, just like any other dream,
Upon the vapor of the dew
My own had past, did not the beam
Of beauty which did while it thro'
The minute--the hour--the day--oppress
My mind with double loveliness.

We walked together on the crown
Of a high mountain which looked down
Afar from its proud natural towers
Of rock and forest, on the hills--
The dwindled hills! begirt with bowers
And shouting with a thousand rills.

I spoke to her of power and pride,
But mystically--in such guise
That she might deem it nought beside
The moment's converse; in her eyes
I read, perhaps too carelessly--
A mingled feeling with my own--
The flush on her bright cheek, to me
Seemed to become a queenly throne
Too well that I should let it be
Light in the wilderness alone.

I wrapped myself in grandeur then,
And donned a visionary crown--
Yet it was not that Fantasy
Had thrown her mantle over me--
But that, among the rabble--men,
Lion ambition is chained down--
And crouches to a keeper's hand--
Not so in deserts where the grand--
The wild--the terrible conspire
With their own breath to fan his fire.

Look 'round thee now on Samarcand!--
Is she not queen of Earth? her

Last Page Next Page

Text Comparison with Ιστορίες αλλόκοτες

Page 1
Περιωρίσθην λοιπόν να ομιλήσω περί γενικωτέρων Ï Ï€Î¿Î¸Î­ÏƒÎµÏ‰Î½, όσαι δεν Î¼Î¿Ï ÎµÏ†Î±Î¯Î½Î¿Î½Ï„Î¿ φύσεως τοιαύτης, ώστε να Ï€ÏÎ¿ÏƒÎ²Î¬Î»Î»Î¿Ï Î½ ή να ÎµÏÎµÎ¸Î¯ÏƒÎ¿Ï Î½ μίαν τρελλήν.
Page 2
Î›Ï Ï€Î¿ÏÎ¼Î±Î¹ διότι η επίσκεψις σας δεν έγινεν ολίγον ενωρίτερον, διότι θα εκρίνατε Î±Ï Ï„Î¿Ï€ÏÎ¿ÏƒÏŽÏ€Ï‰Ï‚.
Page 5
Εν γένει δεν δύναμαι ν' αρνηθώ ότι πλήρης Î²Î±Î²Ï Î»Ï‰Î½Î¯Î± Ï Ï€Î®ÏÏ‡ÎµÎ½ εις ό,τι έβλεπα.
Page 8
Αλλά νεωτέρα ÎºÏ ÏÎ¯Î± επανέλαβε το θέμα της ÏƒÏ Î½Î¿Î¼Î¹Î»Î¯Î±Ï‚.
Page 19
τον βραχίονα Î¼Î¿Ï ÎµÏÏÎ¿Î½ παραπλεύρως ένα άρτον και μια κανάτα νερού.
Page 20
Τα μακρά βάσανα με είχαν ÎµÎºÎ½ÎµÏ ÏÎ¯ÏƒÎµÎ¹ και ήμην πλέον ώριμος Ï Ï€ÏŒ πάσαν έποψιν διά τα βάσανα, διά τα οποία προωριζόμην.
Page 24
Και πότε με έπιαναν γέλοια και πότε ούρλιαζα, αναλόγως της ιδέας η οποία με κατείχε.
Page 25
Î”Ï Î¿ φορές ακόμη ξαναπέρασε και μια αίσθησις Î±Î³ÏÎ¯Î¿Ï Ï€ÏŒÎ½Î¿Ï Î´Î¹Î­Ï„ÏÎµÎ¾Îµ τα νεύρα Î¼Î¿Ï .
Page 31
.
Page 33
Αν και (όπως το είπα) ο ήλιος είχεν ήδη ανατείλει, η Î±Î¯Î¸Î¿Ï ÏƒÎ± εξηκολούθει λαμπρώς φωτιζομένη με τα εσπερινά της φώτα.
Page 39
Ιωσήφ Γλάνβιλ Δεν δύναται η ÏˆÏ Ï‡Î® Î¼Î¿Ï Î½' αναπολήση ακριβώς την εποχήν και το μέρος, ένθα κατά πρώτον Î­Ï„Ï Ï‡Îµ να ίδω την λαίδην Λίγειαν, διότι ο χρόνος και αι θλίψεις εξησθένισαν το μνημονικόν Î¼Î¿Ï , πιθανόν δε εις τούτο να ÏƒÏ Î½Î­Ï„ÎµÎ¹Î½Îµ και ο τρόπος, καθ' ον το αίσθημα εκείνο με είχε ÎºÏ ÏÎ¹ÎµÏÏƒÎµÎ¹, δηλαδή η βαθμιαία.
Page 40
Λίγεια! Λίγεια! Αφωσιωμένος τότε εις τας μελέτας Î¼Î¿Ï , ηρκούμην εις μόνον το Î³Î»Ï ÎºÏ της όνομα, όπως αναπλάσω εν τη φαντασία Î¼Î¿Ï Ï„Î·Î½ μορφήν της· και τώρα δε, ενώ χαράσσω τας γραμμάς ταύτας, ÎµÎ½Î¸Ï Î¼Î¿ÏÎ¼Î±Î¹ Î±Î¼Ï Î´ÏÏŽÏ‚, ότι Î¿Ï Î´Î­Ï€Î¿Ï„Îµ είχον μάθει το πατρικόν της όνομα, αλλ' Î¿Ï Î´Î­ καν ÎµÎ½Î¸Ï Î¼Î¿ÏÎ¼Î±Î¹ αν Î±Ï Ï„ÏŒ ÏƒÏ Î½Î­Î²Î· εξ ιδιοτροπίας της Λιγείας Î¼Î¿Ï Î® εξ εμού, προς ένδειξιν αφοσιώσεως.
Page 55
Δι' ό,τι ανήκει εις τας λεπτάς Ï Ï€Î¿Ï‡ÏÎµÏŽÏƒÎµÎ¹Ï‚ Ï„Î¿Ï ÎºÏ‰Î¼Î¹ÎºÎ¿Ï ο βασιλεύς δεν είχε καμμίαν σκοτούραν.
Page 56
Ο Χοπ -Φρωγκ και μία μικρά κόρη, μόλις ολιγώτερον νάνος από Î±Ï Ï„ÏŒÎ½, με αστείαν αναλογίαν και η οποία ÎµÏ‡ÏŒÏÎµÏ Îµ Î¸Î±Ï Î¼Î¬ÏƒÎ¹Î±, απεσπάσθησαν από τας πατρικάς των φωλεάς και απεστάλησαν εις τον βασιλέα, ως δώρον, από ένα των στρατηγών Ï„Î¿Ï , τέκνον της νίκης.
Page 58
Τι εννοείς με Î±Ï Ï„ÏŒ; Α, εννοώ! μελαγχολείς και ÏƒÎ¿Ï Ï‡ÏÎµÎ¹Î¬Î¶ÎµÏ„Î±Î¹ ακόμη κρασί.
Page 62
Όλοι οι Ï€Î±ÏÎµÏ ÏÎ¹ÏƒÎºÏŒÎ¼ÎµÎ½Î¿Î¹ ÎµÎ¸Î¿ÏÏ Î²Î®Î¸Î·ÏƒÎ±Î½ τόσον πολύ από την ανάβασιν, ώστε επεκράτησε νεκρική σιγή, η οποία διήρκεσε ένα λεπτόν Ï€ÎµÏÎ¯Ï€Î¿Ï .
Page 64
Α! Πώς ένας τρελλός θα ήτο τόσον γνωστικός; Και τότε, όταν το κεφάλι Î¼Î¿Ï ÎµÏ ÏÎ¯ÏƒÎºÎµÏ„Î¿ μέσα εις το δωμάτιον, άνοιγα το φανάρι Î¼Î¿Ï Î¼Îµ προφύλαξιν, ω! με πόσην προφύλαξιν, διότι αι στρόφιγγες έτριζαν — το μισάνοιξα τόσον, ώστε να είναι Î´Ï Î½Î±Ï„ÏŒÎ½ το πέρασμα μιας λεπτής δέσμης φωτός, την οποίαν Î´Î¹Î·ÏÎ¸Ï Î½Î± εις το γύπειον μάτι.
Page 69
Ανωφελές να Ï Ï€ÎµÎ½Î¸Ï Î¼Î¯ÏƒÏ‰Î¼ÎµÎ½ εις τον αναγνώστην ότι εις τον μακρόν και μοιραίον κατάλογον των ανθρωπίνων Î´Ï ÏƒÏ„Ï Ï‡Î¹ÏŽÎ½ έπρεπε να ÎµÏ€Î¹Ï†Ï Î»Î¬Î¾Ï‰Î¼ÎµÎ½ εκλεκτήν θέσιν εις πολλά ατομικά επεισόδια, τα οποία Ï€ÎµÏÎ¹Î­Ï‡Î¿Ï ÏƒÎ¹ περισσοτέρας Î¸Î±Î½Î±ÏƒÎ¯Î¼Î¿Ï Ï‚ Î´Ï ÏƒÏ„Ï Ï‡Î¯Î±Ï‚ από το πλείστον όλων ομού των καταστροφών.
Page 74
Τίποτε δεν είναι Ï Ï€Î¿ÎºÎµÎ¯Î¼ÎµÎ½Î¿Î½ να εμπνεύση την ιδέαν Ï„Î¿Ï Ï†Ï ÏƒÎ¹ÎºÎ¿Ï και ηθικού Ï€ÏŒÎ½Î¿Ï ÎµÎ¹Ï‚ τον ύψιστον βαθμόν, από το γεγονός ότι ετάφη ζων.
Page 81
Όταν ενεφανίσθησαν εις την σάλαν, κανείς δεν ημπορούσε να Ï„Î¿Ï Ï‚ αναγνωρίση.