The Bells, and Other Poems

By Edgar Allan Poe

Page 31

Shadowy, shadowy, yet unbroken,
Is a symbol and a token.
How it hangs upon the trees,
A mystery of mysteries!


And the angel Israfel, whose heart-strings are a lute, and
who has the sweetest voice of all God's creatures.--_Koran._

In Heaven a spirit doth dwell
"Whose heart-strings are a lute;"
None sing so wildly well
As the angel Israfel,
And the giddy Stars (so legends tell)
Ceasing their hymns, attend the spell
Of his voice, all mute.

Tottering above
In her highest noon,
The enamoured moon
Blushes with love,
While, to listen, the red levin
(With the rapid Pleiads, even,
Which were seven,)
Pauses in Heaven.

And they say (the starry choir
And the other listening things)
That Israfeli's fire
Is owing to that lyre
By which he sits and sings--
The trembling living wire
Of those unusual strings.

But the skies that angel trod,
Where deep thoughts are a duty--
Where Love's a grown up God--
Where the Houri glances are
Imbued with all the beauty
Which we worship in a star.

Therefore thou art not wrong,
Israfeli, who despisest
An unimpassioned song;
To thee the laurels belong,
Best bard, because the wisest!
Merrily live, and long!

[Illustration: Israfel]

The ecstasies above
With thy burning measures suit--
Thy grief, thy joy, thy hate, thy love,
With the fervour of thy lute--
Well may the stars be mute!

Yes, Heaven is thine; but this
Is a world of sweets and sours;
Our flowers are merely--flowers,
And the shadow of thy perfect bliss
Is the sunshine of ours.

If I could dwell
Where Israfel
Hath dwelt, and he where I,
He might not sing so wildly well
A mortal melody,
While a bolder note than this might swell
From my lyre within the sky.


I saw thee on thy bridal day--
When a burning blush came o'er thee,
Though happiness around thee lay,
The world all love before thee:

And in thine eye a kindling light
(Whatever it might be)
Was all on Earth my aching sight
Of Loveliness could see.

That blush, perhaps, was maiden shame--
As such it well may pass--
Though its glow hath raised a fiercer flame
In the breast of him, alas!

Who saw thee on that bridal day,
When that deep blush _would_ come o'er thee,
Though happiness around thee lay;
The world all love before thee.

_TO ----_

The bowers whereat, in dreams, I see
The wantonest singing

Last Page Next Page

Text Comparison with Ιστορίες αλλόκοτες

Page 5
Δι' ό και δεν εδίστασα να καθήσω εις την τράπεζαν δεξιά Ï„Î¿Ï Î±Î¼Ï†Î¹Ï„ÏÏÏ‰Î½ÏŒÏ‚ Î¼Î¿Ï , επειδή δε είχα μεγάλην όρεξιν ετίμησα όλην Î±Ï Ï„Î®Î½ την παράταξιν των εδεσμάτων.
Page 7
— Και έπειτα, είπεν, ήταν ένας τρελλός, ο οποίος εφαντάζετο τον ÎµÎ±Ï Ï„ÏŒÎ½ Ï„Î¿Ï Î³Î¹Î± βάτραχον και, μα την αλήθειαν, είχε μίαν τρομακτικήν ομοιότητα προς το ζώον Î±Ï Ï„ÏŒ, Î»Ï Ï€Î¿ÏÎ¼Î±Î¹ δε διότι δεν τον είχατε ιδή, είπεν αποτινόμενος προς εμέ· θα καταδιεσκεδάζατε βλέποντες με πόσην επιτηδειότητα και Ï†Ï ÏƒÎ¹ÎºÏŒÏ„Î·Ï„Î± έπαιζε τον ρόλον Ï„Î¿Ï .
Page 9
— Î“Ï Î½Î±Î¯ÎºÎµÏ‚ κατά το πλείστον, προσθέτω.
Page 10
Αναμφιβόλως ο αποκλεισμός είναι γενικός.
Page 13
Κατά το διάστημα τούτο ο άνθρωπος-βάτραχος εκόαζεν ως από τας νότας Î±Ï Ï„Î¬Ï‚ να εξήρτα και την σωτηρίαν της ÏˆÏ Ï‡Î®Ï‚ Ï„Î¿Ï .
Page 14
Impia tortorum lougos huc turba furores Sanguinis innoncui, non satiata, aluit.
Page 19
Πολύ εξηντλημένος διά να σκεφθώ επί της περιστάσεως ταύτης ήπια και έφαγα απλήστως.
Page 26
Λάμψις διαρκώς εντονωτέρα έδιδε νέαν ζωήν εις τα μάτια των τεράτων, τα οποία Ï€Î±ÏÎ·ÎºÎ¿Î»Î¿ÏÎ¸Î¿Ï Î½ την αγωνίαν Î¼Î¿Ï .
Page 32
Ολίγον μετά την ανατολήν Ï„Î¿Ï Î·Î»Î¯Î¿Ï Î¼ÎµÏ„Î­Î²Î·Î½ εις το μέγαρόν Ï„Î¿Ï .
Page 36
Αρχικώς είχε σημειώσει την λέξιν &Λονδίνον&, έπειτα όμως την Î­ÏƒÎ²Ï ÏƒÎµÎ½, αλλ' όχι τόσον, ώστε να μη διακρίνεται.
Page 42
Αλλά και αύτη, προς μεγάλην Î¼Î¿Ï Î­ÎºÏ€Î»Î·Î¾Î¹Î½, πάσαν προσπάθειαν κατέβαλλεν, όπως αποσοβήση τον θάνατον· Ï Ï€Î­Î¸ÎµÏ„Î±, κρίνων τούτο εκ Ï„Î¿Ï Ï‡Î±ÏÎ±ÎºÏ„Î®ÏÎ¿Ï‚ της, ότι ήθελεν Ï Ï€Î¿Î´ÎµÏ‡Î¸Î® Î±Ï Ï„ÏŒÎ½ απαθώς, αλλ' ηπατήθην.
Page 43
Τον ακόνιστον δε και Î´Î¹Î¬Ï€Ï ÏÎ¿Î½ εκείνον πόθον Ï„Î¿Ï Î½Î± ζήση και μόνον να ζήση δεν έχω λέξεις να τον εκφράσω.
Page 53
— Εγνώριζα εξ Î¬Î»Î»Î¿Ï ÏŒÏ„Î¹ το δωμάτιόν της ήτο πνικτικόν και κακώς αερισμένον.
Page 62
Αλλ' Î±Ï Ï„Î®Î½ την φοράν δεν Ï Ï€Î®ÏÏ‡Îµ τρόπος να ερωτήση τις από Ï€Î¿Ï Ï€ÏÎ¿Î®ÏÏ‡ÎµÏ„Î¿ ο Î¸ÏŒÏÏ Î²Î¿Ï‚ Î±Ï Ï„ÏŒÏ‚.
Page 65
Ναι: έκαμε τα αδύνατα των Î±Î´Ï Î½Î¬Ï„Ï‰Î½ να λάβη θάρρος με τοιαύτας Ï Ï€Î¿Î¸Î­ÏƒÎµÎ¹Ï‚.
Page 69
Η Î³Ï Î½Î±Î¯ÎºÎ± ενός των εντιμοτέρων πολιτών της Βαλτιμόρης, Ï€ÎµÏÎ¹Ï†Î®Î¼Î¿Ï Î½Î¿Î¼Î¹ÎºÎ¿Ï και μέλος Ï„Î¿Ï Î”Î·Î¼Î¿Ï„Î¹ÎºÎ¿Ï Î£Ï Î¼Î²Î¿Ï Î»Î¯Î¿Ï , προσεβλήθη από αιφνιδίαν και ανεξήγητον ασθένειαν, η οποία ετάραξεν ολοτελώς τας γνώσεις των ιατρών.
Page 70
Î£Ï ÏƒÏ„Î·Î¼Î±Ï„Î¹ÎºÎ±Î¯ Î­ÏÎµÏ Î½Î±Î¹ απέδειξαν ότι αύτη επανήλθεν εις την ζωήν δύο ημέρας μετά τον ενταφιασμόν.
Page 72
Επ' ÎµÏ ÎºÎ±Î¹ÏÎ¯Î± των ηλεκτρικών ÏƒÏ ÏƒÏ„Î¿Î¹Ï‡Î¹ÏŽÎ½, Î¼Î¿Ï ÎµÏ€Î±Î½Î­ÏÏ‡ÎµÏ„Î±Î¹ πάντοτε εις το πνεύμα μία γνωστοτάτη περίπτωσις και πολύ σπανία, κατά την οποίαν η δράσις των εφάνη αποτελεσματική, διότι ενεψύχωσεν ένα νέον εισαγγελέα Ï„Î¿Ï Î›Î¿Î½Î´Î¯Î½Î¿Ï , ο οποίος ετάφη προ δύο ημερών.
Page 78
Αισθάνομαι ότι δεν σηκώνομαι από τον ÏƒÏ Î½Î®Î¸Î· Î¼Î¿Ï ÏÏ€Î½Î¿Î½.
Page 80
Αλλά ÏƒÏ Î½Î®Î¸Ï‰Ï‚ διά Ï„Î¿Ï Î´Î±Î¯Î¼Î¿Î½Î¿Ï‚ ενεργεί ο Θεός.