Ligeia und andere Novellen; Sieben Gedichte

By Edgar Allan Poe

Page 61

zu deuten ...« Und ich sperrte auf das Tor: --
Nichts als Dunkel stand davor.

Starr in dieses Dunkel spähend, stand ich lange, nicht verstehend,
Träume träumend, die kein irdischer Träumer je gewagt zuvor;
Doch es herrschte ungebrochen Schweigen, aus dem Dunkel krochen
Keine Zeichen, und gesprochen ward nur zart das Wort »Lenor« --
Zart von mir gehaucht, -- wie Echo flog zurück das Wort »Lenor«.
Nichts als dies vernahm mein Ohr.

Wandte mich zurück ins Zimmer, und mein Herz erschrak noch
schlimmer,
Da ich wieder klopfen hörte, etwas lauter als zuvor.
»Sollt ich«, sprach ich, »mich nicht irren, hörte ich's am Fenster
klirren;
O, ich werde bald entwirren dieses Rätsels dunklen Flor;
Herz, sei still, ich will entwirren dieses Rätsels dunklen Flor;
Wind wohl machte den Rumor.«

Hastig stieß ich auf die Schalter -- flatternd kam herein ein alter,
Stattlich großer, schwarzer Rabe, wie aus heiliger Zeit hervor;
Machte keinerlei Verbeugung, keine kleinste Dankbezeigung,
Flog mit edelmännischer Neigung zu dem Pallaskopf empor,
Grade über meiner Türe auf den Pallaskopf empor --
Saß -- und still war's wie zuvor.

Doch das wichtige Gebaren dieses schwarzen Sonderbaren
Löste meines Geistes Trauer, und ich schalt ihn mit Humor:
»Alter, schäbig und geschoren, sprich, was hast du hier verloren?
Niemand hat dich herbeschworen aus dem Land der Nacht hervor.
Tu mir kund, wie heißt du, Stolzer aus Plutonischem Land hervor?«
Sprach der Rabe: »Nie du Tor.«

Daß er sprach so klar verständlich -- ich erstaunte drob unendlich,
Kam die Antwort mir auch wenig sinnvoll und erklärend vor.
Denn noch nie war dies geschehen: über seiner Türe stehen
Hat wohl keiner noch gesehen solchen Vogel je zuvor --
Über seiner Stubentüre auf der Büste je zuvor,
Mit dem Namen »Nie du Tor.«

Doch ich hört' in seinem Krächzen seine ganze Seele ächzen,
War auch kurz sein Wort und brachte er auch nichts als dieses vor.
Unbeweglich sah er nieder, rührte Kopf nicht, noch Gefieder,

Last Page Next Page

Text Comparison with Ιστορίες αλλόκοτες

Page 5
στρωμένη.
Page 10
— Αναμφιβόλως, είπα, αναμφιβόλως.
Page 12
— Ήθελεν αναμφιβόλως να δοκιμάση την εφεύρεσίν Ï„Î¿Ï ÎºÎ±Î¹ προς τον σκοπόν τούτον έπεισε και Ï„Î¿Ï Ï‚ Î¬Î»Î»Î¿Ï Ï‚ τρελλούς να ÏƒÏ Î¼Ï€ÏÎ¬Î¾Î¿Ï Î½ μετ' Î±Ï Ï„Î¿Ï εις την κατάληψιν της αρχής.
Page 17
Ήπλωσα το χέρι και έπεσε βαρειά σε κάτι τι Ï Î³ÏÏŒÎ½ και σκληρόν.
Page 20
Τέλος η αλήθεια ανεκαλύφθη.
Page 21
Ό,τι εξελάμβανον διά τοιχοδομήν τώρα Î¼Î¿Ï ÎµÏ†Î±Î¯Î½ÎµÏ„Î¿ ότι ήτο από σίδηρον ή από κάποιο άλλο μέταλλον, διατεθειμένον εις μεγάλας πλάκας, των οποίων αι ÏƒÏ Î³ÎºÎ¿Î»Î»Î®ÏƒÎµÎ¹Ï‚ ή αι ÏƒÏ Î½Î±ÏÎ¼Î¿Î³Î±Î¯ εσχημάτιζον τας θλάσεις, τας οποίας παρετήρησα.
Page 23
Διότι κατά την επάνοδόν Î¼Î¿Ï ÎµÎ¹Ï‚ την ζωήν δεν αντελήφθην μίαν αισθητήν κάθοδον Ï„Î¿Ï ÎµÎºÎºÏÎµÎ¼Î¿ÏÏ‚.
Page 24
Το πρώτον φίλημα Ï„Î¿Ï ÎºÏ ÏÏ„Î¿Ï Î¾Ï ÏÎ±Ï†Î¹Î¿Ï Î¼Î¿Ï , εις οιονδήποτε μέρος Ï„Î¿Ï ÏƒÏ‡Î¿Î¹Î½Î¹Î¿Ï, θα Î·Î»ÎµÏ Î¸Î­ÏÏ‰Î½ÎµÎ½ αρκετά το αριστερόν Î¼Î¿Ï Ï‡Î­ÏÎ¹.
Page 25
τον εγκέφαλόν Î¼Î¿Ï , όταν εζήτησα να φέρω την τροφήν Î¼Î¿Ï ÎµÎ¹Ï‚ τα καίοντα χείλη Î¼Î¿Ï .
Page 26
Η Ï†Ï Î»Î±ÎºÎ® Î¼Î¿Ï ÎµÎ¯Ï‡Îµ πληρωθή από αποπνικτικήν οσμήν.
Page 30
Η τύχη Ï„Î¿Ï Ï€Î±Î¹Î´Î¹Î¿Ï εφαίνετο πολύ απελπιστική — αλλά μήπως και η τύχη της μητρός ήτο ολιγώτερον; Όταν από τα βάθη της σκοτεινής γωνίας, περί της οποίας σας ωμίλησα και η οποία ÏƒÏ Î½Î­Ï€Î¹Ï€Ï„Îµ με τας σκιάς της Ï†Ï Î»Î±ÎºÎ®Ï‚ της Παλαιάς Δημοκρατίας ακριβώς προ των Î´Î¹ÎºÏ„Ï Ï‰Ï„ÏŽÎ½ της μαρκησίας, εξήλθεν ένας άνθρωπος Ï€ÎµÏÎ¹Ï„Ï Î»Î¹Î³Î¼Î­Î½Î¿Ï‚ με μανδύαν.
Page 34
Έπειτα εστράφη αιφνιδίως και ηρώτησε: — Πώς βρίσκετε Î±Ï Ï„Î®Î½ την &Παναγίαν τον Î•Î»Î­Î¿Ï Ï‚;& — Μα Î±Ï Ï„ÏŒ είναι γνήσιο έργο Ï„Î¿Ï Î“Î¿Ï Î¯Î´Î¿! Πώς κατωρθώσατε να τ' αποκτήσετε; Η εικόνα Î±Ï Ï„Î® εις την Ζωγραφικήν είναι το ίδιο ό,τι και η Αφροδίτη εις την Î“Î»Ï Ï€Ï„Î¹ÎºÎ®Î½, ανέκραξα με μεγάλον Î¸Î±Ï Î¼Î±ÏƒÎ¼ÏŒÎ½, γιατί από πολλήν ώραν είχε προσηλωθή το μάτι Î¼Î¿Ï ÎµÎ¹Ï‚ το.
Page 35
Η Αφροδίτη με το λεπτό κεφαλάκι και με τα Ï‡ÏÏ ÏƒÎ¬ μαλλιά.
Page 38
Τα μέλη Ï„Î¿Ï ÏŒÎ¼Ï‰Ï‚ ήσαν Î¾Ï Î»Î¹Î±ÏƒÎ¼Î­Î½Î±, τα χείλη Ï„Î¿Ï Ï€ÎµÎ»Î¹Î´Î½Î¬ .
Page 51
Εν τούτοις είναι Ï Ï€Î¿Ï„ÎµÎ»Î®Ï‚ της ιδέας Î±Ï Ï„Î®Ï‚, η οποία με τας περιφράσεις και τας παρενθέσεις, γεννά την προστριβήν Î±Ï Ï„Î®Î½.
Page 52
διότι εννοούμεν ότι Î±Ï Ï„ÏŒ είναι διεστραμμένον — διά να μεταχειρισθώ την λέξιν χωρίς να δώσω και την ακριβή σημασίαν.
Page 54
Σαν ένας τρελλός, επηδούσα από Ï„Î¿Ï Ï‚ Î´ÏÏŒÎ¼Î¿Ï Ï‚ Î³ÎµÎ¼Î¬Ï„Î¿Ï Ï‚ από Î±Î½Î¸ÏÏŽÏ€Î¿Ï Ï‚.
Page 57
Έπεσαν βαρειά και πικρά, Î±Ï Ï„Î¬ τα Î´Î¬ÎºÏÏ Î±, εις την κούπα Ï€Î¿Ï Ï„Î·Î½ έπαιρνε ταπεινά από το χέρι Ï„Î¿Ï Ï„Ï ÏÎ¬Î½Î½Î¿Ï .
Page 67
Î£Ï Î½Î­Î»Î±Î²Î±Î½ την Ï Ï€ÏŒÎ½Î¿Î¹Î±Î½ μήπως ÏƒÏ Î¼Î²Î±Î¯Î½Î· κανένα Î´Ï ÏƒÏ„ÏÏ‡Î·Î¼Î± και οι αξιωματικοί Î±Ï Ï„Î¿Î¯ ανέλαβαν το έργον της ανακρίσεως.
Page 74
Δεν γνωρίζομεν τίποτε από τας Ï Ï€Î¿Ï‡Î¸Î¿Î½Î¯Î¿Ï Ï‚ Î±Ï Ï„Î¬Ï‚ αγωνίας, αλλά δεν ημπορούμεν να φαντασθώμεν περισσότερον φρικτόν έστω και τον Ï„ÎµÎ»ÎµÏ Ï„Î±Î¯Î¿Î½ κύκλον Ï„Î¿Ï Î²Î±ÏƒÎ¹Î»ÎµÎ¯Î¿Ï Ï„Î¿Ï Î†Î´Î¿Ï .