Derniers Contes

By Edgar Allan Poe

Page 73

que, toujours sans mouvement, je
m'efforcais peniblement de rassembler mes idees, la main froide me
saisit violemment le poignet, et le secoua rudement, pendant que la voix
mal articulee me disait de nouveau:

"Leve-toi! Ne t'ai-je pas ordonne de te lever?"

"Et qui es-tu?" demandai-je.

"Je n'ai pas de nom dans les regions que j'habite", reprit la voix,
lugubrement. "J'etais mortel, mais je suis un demon. J'etais sans pitie,
mais je suis plein de compassion. Tu sens que je tremble. Mes dents
claquent, pendant que je parle, et cependant ce n'est pas du froid de la
nuit--de la nuit sans fin. Mais cette horreur est intolerable. Comment
peux-tu dormir en paix? Je ne puis reposer en entendant le cri de
ces grandes agonies. Les voir, c'est plus que je ne puis supporter.
Leve-toi! Viens avec moi dans la nuit exterieure, et laisse-moi te
devoiler les tombes. N'est-ce pas un spectacle lamentable?--Regarde."

Je regardai; et la figure invisible, tout en me tenant toujours par le
poignet, avait fait ouvrir au grand large les tombes de l'humanite, et
de chacune d'elles sortit une faible phosphorescence de decomposition,
qui me permit de penetrer du regard les retraites les plus secretes, et
de contempler les corps enveloppes de leur linceul, dans leur triste et
solennel sommeil en compagnie des vers! Mais helas! ceux qui dormaient
d'un vrai sommeil etaient des millions de fois moins nombreux que ceux
qui ne dormaient pas du tout. Il se produisit un leger remuement, puis
une douloureuse et generale agitation; et des profondeurs des fosses
sans nombre il venait un melancolique froissement de suaires; et parmi
ceux qui semblaient reposer tranquillement, je vis qu'un grand nombre
avaient plus ou moins modifie la rigide et incommode position dans
laquelle ils avaient ete cloues dans leur tombe. Et pendant que je
regardais, la voix me dit encore: "N'est-ce pas, oh! n'est-ce pas une
vue pitoyable?" Mais avant que j'aie pu trouver un mot de reponse, le
fantome avait cesse de me serrer le poignet; les lueurs phosphorescentes
expirerent, et les tombes se refermerent tout a coup avec violence,
pendant que de leurs profondeurs sortait un tumulte de cris desesperes,
repetant: "N'est-ce pas--o Dieu! n'est-ce pas une vue bien pitoyable?"

Ces apparitions fantastiques qui venaient m'assaillir la nuit etendirent
bientot jusque sur mes heures de veille leur terrifiante influence. Mes
nerfs se detendirent completement, et je fus en proie a une horreur
perpetuelle. J'hesitai a aller a cheval, a marcher, a me livrer a un
exercice qui m'eut fait sortir de chez moi. De fait, je n'osais plus
me hasarder hors de la presence immediate de ceux qui connaissaient ma
disposition a

Last Page Next Page

Text Comparison with Ιστορίες αλλόκοτες

Page 0
Τότε Î±Ï Ï„ÏŒÏ‚ Î¼Î¿Ï Î±Ï€Î®Î½Ï„Î·ÏƒÎµÎ½ ότι πραγματικώς εάν δεν εγνώριζα προσωπικώς τον Î´Î¹ÎµÏ Î¸Ï Î½Ï„Î®Î½ Ï„Î¿Ï ÎºÎ±Ï„Î±ÏƒÏ„Î®Î¼Î±Ï„Î¿Ï‚ κ.
Page 3
Αλλά μετά το γεύμα, όταν θα έχετε αρκετά Î±Î½Î±Ï€Î±Ï Î¸Î® από Ï„Î¿Ï Ï‚ ÎºÏŒÏ€Î¿Ï Ï‚ Ï„Î¿Ï Ï„Î±Î¾Î¹Î´Î¯Î¿Ï ÏƒÎ±Ï‚, θα θεωρηθώ ÎµÏ Ï„Ï Ï‡Î®Ï‚ να σας επιδείξω το Î¯Î´ÏÏ Î¼Î± και να σας εκθέσω το σύστημα, το οποίον κατ' εμέ, όπως και κατ' ÎµÎºÎµÎ¯Î½Î¿Ï Ï‚ οι οποίοι είδον Î±Ï Ï„ÏŒ εφαρμοζόμενον, είναι αναντιρρήτως το μάλλον αποτελεσματικόν εξ όλων των εν χρήση ÏƒÏ ÏƒÏ„Î·Î¼Î¬Ï„Ï‰Î½ μέχρι της ημέρας ταύτης.
Page 13
Έπειτα μία ατελείωτος σειρά των Î Î¿Ï Î¼ και των Πςς .
Page 15
Αλλά τότε αιφνιδίως η πλέον θανάσιμος σκοτοδίνη με κατέλαβεν· ησθάνθην όλον το Î½ÎµÏ ÏÎ¹ÎºÏŒÎ½ Î¼Î¿Ï ÏƒÏÏƒÏ„Î·Î¼Î± να ÏƒÏ Î½Î´Î¿Î½Î®Ï„Î±Î¹, ως να ÎµÏ ÏÎ¯ÏƒÎºÎµÏ„Î¿ εις επικοινωνίαν με ηλεκτρικήν ÏƒÏ ÏƒÏ„Î¿Î¹Ï‡Î¯Î±Î½, και τα αγγελικά οράματα μετεμορφώθησαν εις φάσματα κενά εννοίας, εις φάσματα από φλόγας, από τας οποίας ορατώς δεν ημπορούσα να ελπίζω καμμίαν βοήθειαν.
Page 30
Ύφασμα Î»ÎµÏ ÎºÏŒÎ½ σαν το χιόνι και ελαφρόν σαν τον αέρα φαίνεται καλύπτον μόνον το λεπτόν της σώμα.
Page 31
.
Page 33
Το να πεθαίνη κανείς από γέλοιο θ' αποτελή μεταξύ των δοξασμένων θανάτων τον ενδοξότατον θάνατον.
Page 35
Î£Ï Ï‡Î½Î¬ σταματούσε σε μια φράσι, σαν να είχε λησμονήσει τι ήθελε να ειπή και ετέντωνε Ï„Î±Ï Ï„Î¹Î¬ και επρόσεχε σαν να Î®ÎºÎ¿Ï Îµ κάποιον να ομιλή, σαν να περίμενε κανένα.
Page 37
.
Page 38
Βήματα γοργά ηκολούθησαν εις την κλίμακα, ÏƒÏ Î½Î¿Î´ÎµÏ Î¸Î­Î½Ï„Î± από ένα κτύπημα εις την θύραν.
Page 40
Ο λόρδος Βερούλαμ ορθώς αποφαίνεται περί καλλονής, ότι «δεν δύναται να Ï Ï€Î¬ÏÎ¾Î· καλλονή έκτακτος Î¬Î½ÎµÏ Î¹Î´Î¹Î¿ÏÏÏ Î¸Î¼Î¯Î±Ï‚ τινός εν ταις αναλογίαις»· εγώ δε, μόλις είδα την ως εκ Ï„Î¿Ï Ï€Î±ÏÎ±Î´ÏŒÎ¾Î¿Ï Ï„Î·Ï‚ Î¸Î±Ï Î¼Î±ÏƒÎ¯Î±Î½ μορφήν της Λιγείας, εζήτησα ν' ανακαλύψω το παράδοξον τούτο και ακανόνιστον, το οποίον εύρισκα εν Î±Ï Ï„Î®, εζήτησα δε Î±Ï Ï„ÏŒ επί Ï„Î¿Ï Î±Î½ÎµÏ€Î¹Î»Î®Ï€Ï„Î¿Ï , ωχρού και ÎµÏ ÏÎ­Î¿Ï‚ Î¼ÎµÏ„ÏŽÏ€Î¿Ï Ï„Î·Ï‚, επί Ï„Î¿Ï Î¿Î¼Î¿Î¯Î¿Ï Ï€ÏÎ¿Ï‚ το καθαρώτερον ελεφάντινον οστούν δέρματός της, επί της Ï Ï€ÎµÏÎ¬Î½Ï‰ των κροτάφων προεξοχής και επί της Î²Î¿ÏƒÏ„ÏÏ Ï‡ÏŽÎ´Î¿Ï Ï‚, μαύρης και στιλβούσης κόμης της, εις ην ήρμοζε πληρέστατα η ομηρική έκφρασις «κόμη Ï Î±ÎºÎ¯Î½Î¸Î¿Ï Â»Â· Ï€Î±ÏÎµÏ„Î®ÏÎ¿Ï Î½ την τομήν της ρινός, το αδιοράτως Î³ÏÏ Ï€ÏŒÎ½ Î±Ï Ï„Î®Ï‚ και Ï„Î¿Ï Ï‚ εναρμονίως ÎºÎ±Î¼Ï€ÏÎ»Î¿Ï Ï‚ ρώθωνας Ï„Î¿Ï Ï‚ αποκαλύπτοντας πνεύμα ελεύθερον και Ï Ï€ÎµÏÎ®Ï†Î±Î½Î¿Î½, και εις μόνα τα εβραϊκά Î±Î½Î¬Î³Î»Ï Ï†Î± εύρισκα παρομοίαν εντέλειαν· έπειτα ÎµÎ¸ÎµÏŽÏÎ¿Ï Î½ το θελκτικόν και θείον στόμα, τα εύγραμμα χείλη με το ζωηρόν των χρώμα και Ï„Î¿Ï Ï‚ απαστράποντας οδόντας· εν τη πλατύτητι Ï„Î¿Ï Ï€ÏŽÎ³Ï‰Î½Î¿Ï‚ ανεύρισκα την χάριν και μεγαλοπρέπειαν, την Î³Î»Ï ÎºÏÏ„Î·Ï„Î± και το ελληνικόν πνεύμα, τον τύπον τέλος εκείνον, ον ο Απόλλων είχεν αποκαλύψει εν ονείρω εις τον Κλεομένην.
Page 41
Αι κόραι των οφθαλμών ήσαν λαμπρόταται και μαύραι, σκιαζόμεναι Ï Ï€ÏŒ μακρών μαύρων βλεφαρίδων, Ï„Î¿Ï Î±Ï Ï„Î¿Ï δε χρώματος ήσαν και αι ολίγον ακανόνιστοι Î±Ï Ï„Î®Ï‚ οφρύς· αλλά το παράδοξον το ÎµÎ½Ï Ï€Î¬ÏÏ‡Î¿Î½ εντός των οφθαλμών τούτων δεν είχε ποσώς σχέσιν προς το σχήμα των, το χρώμα ή την λάμψιν, αποδίδω δε Î±Ï Ï„ÏŒ εξάπαντος εις την έκφρασιν.
Page 42
θάνατον».
Page 47
Η Î½Ï Î¾ Ï€ÏÎ¿Ï Ï‡ÏŽÏÎµÎ¹ και εγώ, κατεχόμενος Ï Ï€ÏŒ πικροτάτων σκέψεων, ων αντικείμενον είναι εκείνη, η μοναδική Î¼Î¿Ï Ï Ï€ÎµÏÏ„Î¬Ï„Î· λατρεία, έμενα με το βλέμμα προσηλωμένον επί Ï„Î¿Ï Ï€Ï„ÏŽÎ¼Î±Ï„Î¿Ï‚ της Ροβένας.
Page 48
ώρμησα προς το πτώμα και είδα, είδα καθαρώς τα χείλη Î±Ï Ï„Î¿Ï ÏƒÏ ÏƒÏ€ÏŽÎ¼ÎµÎ½Î±, μετ' Î¿Ï Ï€Î¿Î»Ï δε χαλαρωθέντα και αποκαλύψαντα λαμπράν σειράν μαργαριτωδών οδόντων.
Page 52
Με διαβαθμίσεις μάλλον Î±Î½ÎµÏ€Î±Î¹ÏƒÎ¸Î®Ï„Î¿Ï Ï‚ ακόμη, το νέφος Î±Ï Ï„ÏŒ λαμβάνει μίαν μορφήν, όπως ο ατμός επάνω από την φιάλην οπόθεν αναβρύει το πνεύμα των χιλίων και μιας αραβικών Î½Ï ÎºÏ„ÏŽÎ½.
Page 57
Ολοένα ο χρόνος επέρνα, και διά τούτο ο βασιλεύς ως Ï„ÎµÎ»ÎµÏ Ï„Î±Î¯Î¿Î½ καταφύγιον εζήτησε την Τριπέτταν και τον Χοπ-Φρωγκ.
Page 69
Î£Ï Î½Î­Î²Î· προ Î¿Î»Î¯Î³Î¿Ï ÎºÎ±Î¹ÏÎ¿Ï εις την Βαλτιμόρην, ÏŒÏ€Î¿Ï Ï€Î±ÏÎ®Î³Î±Î³Îµ ζωηράν εντύπωσιν, και ανεκοινώθη μάλιστα εις ÎµÏ ÏÏÏ„Î±Ï„Î¿Î½ κύκλον.
Page 75
Ο Î±Ï„Ï Ï‡Î®Ï‚, Ï„Î¿Ï Î¿Ï€Î¿Î¯Î¿Ï Î· πρώτη προσβολή θα Ï€Î±ÏÎ¿Ï ÏƒÎ¯Î±Î¶Îµ τον Ï„ÎµÎ»ÎµÏ Ï„Î±Î¯Î¿Î½ χαρακτήρα, πράγμα Ï€Î¿Ï ÏƒÏ Î¼Î²Î±Î¯Î½ÎµÎ¹ ÏƒÏ Î½Î®Î¸Ï‰Ï‚, σχεδόν θα ήτο Î±Î½ÎµÏ€Î¹Ï†Ï Î»Î¬ÎºÏ„Ï‰Ï‚ καταδικασμένος να ταφή ζωντανός.
Page 76
Αλλά δεν ημπορώ να Ï Ï€Î¿Ï†Î­ÏÏ‰ επί πολύ ακόμη την φρίκην Î±Ï Ï„Î®Î½.