Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 76

προς τον
θάνατον. Δεν ωμιλούσα δι' άλλο τι παρά διά σκώληκας, διά τάφοÏ
ς
και επιτάφια. Επλανώμην εις όνειρα θανάτοÏ
και η ιδέα μιας προώροÏ

ταφής εκÏ
ρίεÏ
ε σÏ
νεχώς τον εγκέφαλόν μοÏ
.

Ο φοβερός κίνδÏ
νος, διά την πρόβλεψιν τοÏ
οποίοÏ
ήμοÏ
ν
δικαιολογημένος, με εβασάνιζε νύκτα και ημέραν. Την ημέραν η
σκέψις αύτη ήτο Ï
περβολικός τρόμος, αλλά την νύκτα έφθανε σχεδόν
εις τον παροξÏ
σμόν. Όταν τα δύσμορφα σκότη εκάλÏ
πταν την γην,
φοβούμενος εις κάθε μίαν σκέψιν μοÏ
από ταύτας έτρεμα, έτρεμα σαν
τα πούποÏ
λα ποÏ
τρέμοÏ
ν επάνω εις τα κοράκια. Όταν δε η πρόβλεψις
της φÏ
σικής εξελίξεώς μας με έφερεν εις την σκέψιν τοÏ
θανάτοÏ
,
μοÏ
ήτο αδύνατον να μη φρικιώ, έρμαιον της ιδέας μόνον ότι ήτο
πιθανόν να σÏ
μβή και εις εμέ πρόωρος ενταφιασμός. Και όταν τέλος
παρεδιδόμην εις τον ύπνον, ενοούσα τότε ότι με περισσότερον τρόμον
εÏ
ρισκόμην εις ένα φαντασμαγορικόν κόσμον, Ï
περάνω τοÏ
οποίοÏ
, εις
ένα εÏ
ρύν, σκιερόν και σκοτεινόν τόπον, επλανάτο κÏ
ριαρχούσα η
μόνη και θλιβερά επίσκεψις των ονείρων.

Από τας πολλάς παρακρούσεις ποÏ
μοÏ
ήρχοντο εν ονείρω θα διηγηθώ
μόνον μίαν. ΜοÏ
εφάνει ότι ήμοÏ
ν βÏ
θισμένος εις μίαν καταληπτικήν
κρίσιν μακροτέραν και βαθÏ
τέραν τοÏ
σÏ
νήθοÏ
ς. Αιφνιδίως ένα
παγωμένο χέρι απλώθηκε εις το μέτωπόν μοÏ
, μία δε ζωηρά και τραÏ
λή
φωνή εσύριξεν εις τα αÏ
τιά μοÏ
την λέξιν «Σήκω».

Εσηκώθηκα. Το σκότος ήτο απόλÏ
τον. Δεν ημπορούσα να ίδω το
πρόσωπον εκείνο ποÏ
μ' εσήκωσε. Δεν ημπορούσα να ενθÏ
μηθώ την
στιγμήν ποÏ
έπεσα εις τον λήθαργον, ούτε το μέρος όποÏ
εÏ
ρισκόμην.
Ενώ έμενα ακίνητος, και προσπαθούσα να τακτοποιήσω τας σκέψεις
μοÏ
, το ψÏ
χρό χέρι έπιασε τραχύτατα την παλάμην μοÏ
και την έσεισε
με ανÏ
πομονησίαν.

Και η τραÏ
λή φωνή επανέλαβε :

— Σήκω! Δεν σοÏ
είπα να σηκωθής;

— Και ποίος είσαι; ηρώτησα.

— Δεν έχω όνομα εις τα βασίλεια ποÏ
μένω, απήντησεν η φωνή
θλιμμένα. ΉμοÏ
ν θνητός άλλοτε, τώρα είμαι πνεύμα. ΉμοÏ
ν
αδÏ
σώπητος, τώρα είμαι ελεήμων. Πρέπει να εννοήσης ότι τρέμω. Τα
δόντια μοÏ
τρέμοÏ
ν όταν ομιλώ· εν τούτοις τούτο δεν είναι εξ
αιτίας της νύκτας αÏ
τής ποÏ
είναι ψÏ
χρά, της νύκτας αÏ
τής ποÏ
δεν
έχει τέλος. Αλλά δεν ημπορώ να Ï
ποφέρω επί πολύ ακόμη την φρίκην
αÏ
τήν. Πώς εσύ μπορείς να κοιμηθής ήσÏ
χος; Η κραÏ
γή των απεράντων
αγωνιών με εμποδίζει ν' αναπαÏ
θώ. Είναι πολύ, δεν ημπορώ να
Ï
ποφέρω αÏ
τήν την θέαν. Σήκω! Έλα μαζί μοÏ
εις την νύκτα έξω και
άφησέ με να σοÏ
αποκαλύψω τοÏ
ς τάφοÏ
ς. Δεν είναι αÏ
τό ένα
δÏ
σάρεστον θέαμα; Ιδέ!

Παρετήρησα. Και το αόρατον πρόσωπον, το οποίον πάντοτε μοÏ
έσφιγγε
τη φούχτα, άνοιγε τοÏ
ς τάφοÏ
ς της ανθρωπότητος, και από καθένα
έφεÏ
γεν η ασθενής και φωσφορίζοÏ
σα λάμψις της αποσÏ
νθέσεως, εις
τρόπον ώστε ήτο δÏ
νατόν να ερεÏ
νήσω το βάθος των κρÏ
φιωτέρων
καταφÏ
γίων . . . Και ιδού ότι παρετήρησα τα θαμμένα

Last Page Next Page

Text Comparison with Histoires extraordinaires

Page 24
Mais un exemple donnera une meilleure idée de la nature de ses observations à l'époque dont il s'agit.
Page 53
--Ainsi, dit Dupin en se tournant à moitié vers moi, voilà précisément le cas demandé pour rendre l'ascendant complet: le voleur sait que la personne volée connaît son voleur.
Page 65
«À peine eus-je jeté un coup d'oeil sur cette lettre, que je conclus que c'était celle dont j'étais en quête.
Page 80
nous étions placés.
Page 82
Alors, mon ami, dans la folie duquel je voyais maintenant, ou croyais voir certains indices de méthode, reporta la cheville qui marquait l'endroit où le scarabée était tombé, à trois pouces vers l'ouest de sa première position.
Page 114
_ Vos Excellences se souviendront peut-être d'un humble artisan, du nom de Hans Pfaall, raccommodeur de soufflets de son métier, qui disparut de Rotterdam, il y a environ cinq ans, avec trois individus et d'une manière qui a dû être regardée comme inexplicable.
Page 115
Toutefois, je jugeai qu'il valait mieux dissimuler ma rage, et les bourrer de promesses et de belles paroles, jusqu'à ce que, par un caprice heureux de la destinée, l'occasion de la vengeance vînt s'offrir à moi.
Page 129
C'est, à coup sûr, une singulière rencontre, car je n'aurais pas supposé qu'un nuage de cette nature pût se soutenir à une si grande élévation.
Page 132
L'autre n'eut pas un sort aussi déplorable.
Page 134
En faisant le vide dans le corps de la machine, on attirait dans ce tube une masse d'atmosphère ambiante raréfiée, qui de là était déversée à l'état condensé et mêlée à l'air subtil déjà contenu dans la chambre.
Page 148
Et, en somme, j'avais toutes les raisons possibles d'avoir peur.
Page 157
Je ne me souciais pas de me confier à une race de gens qui, d'après le coup d'oeil sommaire que j'avais jeté sur eux, m'avaient offert le caractère d'une indéfinissable étrangeté et tant de motifs de doute et d'appréhension.
Page 188
_(Autre pause également longue.
Page 189
Nous savons que la résistance des corps est surtout en raison de leur densité.
Page 200
--Vous ne vous obstinerez plus sans doute, dis-je en souriant, à croire que toute votre aventure n'est pas un rêve? Êtes-vous décidé à soutenir que vous êtes mort? Quand j'eus prononcé ces mots, je m'attendais à quelque heureuse saillie de Bedloe, en manière de réplique; mais, à mon grand étonnement, il hésita, trembla, devint terriblement pâle et garda le silence.
Page 204
Locke, je crois, la fait judicieusement consister dans la permanence de l'être rationnel.
Page 205
Mais, avant qu'il fût longtemps, le ciel de cette pure affection s'assombrit, et la mélancolie, et l'horreur, et l'angoisse y défilèrent en nuages.
Page 227
Ce cheval-ci avait son écurie à une certaine distance des autres; et, quant au pansement et à tout le service nécessaire, nul, excepté le propriétaire en personne, ne s'était risqué à remplir ces fonctions, ni même à entrer dans l'enclos où s'élevait son écurie particulière.
Page 256
La bière a été déposée sur le lit.
Page 261
» Et je continuais sa pensée en moi-même: donc, il faut le détruire.