Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 75

την
εννοούμεν ως αμετάκλητον θάνατον. ΣÏ
χνότατα σώζονται μερικοί από
τοÏ
ς προώροÏ
ς ενταφιασμούς χάρις εις τας ενεργείας των φίλων των,
οι οποίοι γνωρίζοÏ
ν ότι Ï
πόκεινται εις καταληψίαν, και των οποίων
αι Ï
πόνοιαι πάντοτε παραμένοÏ
ν, προ παντός όμως χάρις εις την
έλλειψιν των φαινομένων της αποσÏ
νθέσεως. Αι πρόοδοι της ασθενείας
είναι λοιπόν βαθμιαίαι και πρέπει ως εκ τούτοÏ
να θεωρούμεθα
εÏ
τÏ
χείς. Τα πρώτα σÏ
μπτώματα δεν παρέχοÏ
ν καμμίαν πιθανότητα.
Έπειτα αι κρίσεις καθίστανται επί μάλλον και μάλλον σαφείς και
διαρκεί εκάστη περισσότερον από την προηγοÏ
μένην, πράγμα ποÏ

αποτελεί διά τον ασθενή την κÏ
ρίαν πιθανότητα ν' αποφύγη την
ταφήν. Ο ατÏ
χής, τοÏ
οποίοÏ
η πρώτη προσβολή θα παροÏ
σίαζε τον
τελεÏ
ταίον χαρακτήρα, πράγμα ποÏ
σÏ
μβαίνει σÏ
νήθως, σχεδόν θα ήτο
ανεπιφÏ
λάκτως καταδικασμένος να ταφή ζωντανός.

Η πρώτη μοÏ
περίπτωσις δεν θα διέφερεν οÏ
σιωδώς από όσας κάμνοÏ
ν
μνείαν τα ιατρικά βιβλία. Κάποτε, χωρίς την ελαχίστην φαινομενικήν
αιτίαν, παρεδιδόμην, ολίγον κατ' ολίγον, εις μίαν κατάστασιν, η
οποία ολίγον διέφερε κατά το άλλο ήμισÏ
της σÏ
γκοπής και κατά το
άλλο ήμισÏ
της λιποθÏ
μίας. Και παρέμενα τοιοÏ
τοτρόπως, χωρίς να
Ï
ποφέρω, χωρίς δύναμιν δράσεως, ακόμη Δε — διά να είπω
ακριβέστερον — χωρίς δύναμιν σκέψεως, αλλά με μίαν σÏ
γκεχÏ
μένην
και ληθαργικήν σÏ
νείδησιν τοÏ
εγώ μοÏ
, ποÏ
έζη, και της παροÏ
σίας
εκείνων ποÏ
περιέβαλλον το κρεββάτι μοÏ
, μέχρι της στιγμής ποÏ
,
αφού η κρίσις θα ελάμβανεν ένα τέλος, θα ανεύρισκα αÏ
θωρεί την
τελείαν αίσθησιν.

Άλλοτε η επίθεσις με προσέβαλλεν αιφνιδίως, ακατάσχετα·
κατελαμβανόμην τότε από παραλήρημα, ζάλην, και ζαλισμένος όπως
ήμοÏ
ν και κρύος έπιπτα αιφνιδίως κάτω. Τότε, επί εβδομάδας όλας,
το παν δεν ήτο άλλο παρά κενόν, σκότος και σιωπή, και το Μηδέν
καθίστατο όλος ο κόσμος μοÏ
. Η καθολική εξοÏ
δένωσις δεν θα ήτο
δÏ
νατόν να είναι βαρÏ
τέρα. Από τα είδη αÏ
τά των Ï
περβολικών
διεγέρσεων εσηκωνόμην βραδέως και βαθμιαίως και τόσον το ταχύτερον
όσον η προσβολή καθίστατο αιφνιδία. Όμοιον προς την αÏ
γήν η οποία
έρχεται διά τον αλήτην χωρίς φίλον και στέγην, ποÏ
βαδίζει εις
τοÏ
ς απεράντοÏ
ς και ερημικούς δρόμοÏ
ς μιας νύκτας τοÏ
χειμώνος,
τόσον ασαφές, τόσον αργόν, τόσον διστακτικόν, και τόσον ακόμη
χαρούμενον εφαίνετο εις εμέ το φως της ψÏ
χής.

Τέλος, καθ' όλον τον χρόνον της τάσεως μοÏ
προς την καταληψίαν, η
Ï
γεία μοÏ
ήτο καλή. Αλλά κατά την γνώμην των ιατρών κατεστρέφετο
βαθμηδόν και αÏ
τή από την μεγάλην επίδρασίν της ασθενείας μοÏ
.

Θα έπρεπε εν τούτοις ν' αναφέρω και μίαν παράδοξον κατάστασιν, η
οποία πιθανώς ήτο σÏ
νέπεια της αναισθησίας μοÏ
. Ενίοτε, όταν
εξÏ
πνούσα από ένα απλούν ύπνον, δεν ημπορούσα να επανέλθω αÏ
θωρεί
και τελείως εις την επίγνωσιν των αισθήσεών μοÏ
, και παρέμενα
πάντοτε επί τινας στιγμάς θορÏ
βημένος και αναίσθητος — όταν αι
πνεÏ
ματικαί ιδιότητες, γενικώς, και η μνήμη μοÏ
ιδιαιτέρως,
εσταματούσαν απολύτως.

Ό,τι εδοκίμαζα δεν είχε καμμίαν φÏ
σικήν σχέσιν, αλλά μίαν
απέραντον ηθικήν θλίψιν. Η φαντασία μοÏ
επήγαινε πάντοτε

Last Page Next Page

Text Comparison with The Works of Edgar Allan Poe — Volume 3

Page 7
He spoke plainly, seeing himself upheld by the men, told the captain he considered him a fit subject for the gallows, and that he would disobey his orders if he were hanged for it the moment he set his foot on shore.
Page 12
It had been our original plan that I should keep out of the way until dark, and then slip on board the brig; but, as there was now a thick fog in our favor, it was agreed to lose no time in secreting me.
Page 18
Among other miseries I was smothered to death between huge pillows, by demons of the most ghastly and ferocious aspect.
Page 25
mind.
Page 33
A general rush then ensued, and for a moment it seemed possible that the brig might be retaken.
Page 54
Still the odds were too much against us to allow of our proceeding without the greatest caution.
Page 70
When we put them on after this, they felt remarkably warm and pleasant, and served to invigorate us in no little degree.
Page 71
We had now been better than three entire days and nights without either food or drink, and it became absolutely necessary that we should make an attempt to get up something from below.
Page 88
When I communicated this object to my companions, they uttered a feeble shout of joy, and we all proceeded forthwith to the forecastle.
Page 100
In about a fortnight, during which time we continued steering to the southeast, with gentle breezes and fine weather, both Peters and myself recovered entirely from the effects of our late privation and dreadful sufferings, and we began to remember what.
Page 127
Among these naked villagers there might have been ten or twelve who were clothed, like the party of Too-wit, in dresses of black skin, and armed with lances and heavy clubs.
Page 141
The star and double-headed shot of the large guns cut seven or eight of the rafts completely asunder, and killed, perhaps, thirty or forty of the savages outright, while a hundred of them, at least, were thrown into the water, the most of them dreadfully wounded.
Page 146
We now pushed over to the eastward, but with precisely similar fortune.
Page 162
The narrative from which we gather these details ends in the following words: “It is natural to inquire how they could float such a vast distance, upon the most frequented part of the Atlantic, and not be discovered all this time.
Page 165
Those eyes! those large, those shining, those divine orbs! they became to me twin stars of Leda, and I to them devoutest of astrologers.
Page 166
the full knowledge of their expression--felt it approaching--yet not quite be mine--and so at length entirely depart! And (strange, oh strangest mystery of all!) I found, in the commonest objects of the universe, a circle of analogies to that expression.
Page 174
--I felt that it came from the bed of ebony--the.
Page 187
The houses were wildly picturesque.
Page 193
It was that of a female, the most exquisite I had ever beheld.
Page 212
Of these groups our two seamen formed, I.