Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 67

το μέρος της καρδιάς και το εκράτησα έτσι επί τινα λεπτά.
Δεν εκτÏ
πούσε πλέον. Ο γέρος ήτο άκαμπτος, νεκρός. Τέλος το μάτι
τοÏ
δεν θα με ετρόμαζε πλέον!

Εάν επιμένετε να με νομίζετε τρελλόν, η ιδέα αÏ
τή θα εξαλειφθή
όταν θα σας περιγράψω τα σÏ
νετά μέτρα τα οποία μετεχειρίσθην διά
να εξαλείψω το σώμα. Η νύκτα επερνούσε, και έπρεπε να περατώσω το
έργον μοÏ
γρήγορα χωρίς θόρÏ
βον. Προ παντός άλλοÏ
επελέκισα τον
νεκρόν· τοÏ
έσπασα το κεφάλι, τοÏ
ς βραχίονας και τας κνήμας,
έπειτα απέσπασα τρεις μεγάλας σανίδας και τον ετοποθέτησα μέσα εις
το πάτωμα. Μετά τούτο ξανάβαλα τας σανίδας με τόσην επιτηδειότητα,
ποÏ
κανένα μάτι ανθρώπινον, ούτε το ιδικόν τοÏ
ακόμη, δεν θα
ηδύνατο να διακρίνη τίποτε το ακανόνιστον. Δεν είχα τίποτε να
πλύνω — ούτε την ελαχίστην οιανδήποτε κηλίδα, ούτε το ελάχιστον
σημείον αίματος. Προς τούτο έλαβα όλα τα μέτρα μοÏ
. Το παν
εξηφανίσθη μέσα εις ένα πακέτο, α! α!

Όταν το έργον αÏ
τό ετελείωσεν, ήταν τέσσαρες πρωί και έκαμνε τόσον
σκοτάδι όσον και τα μεσάνÏ
κτα.

Όταν το ωρολόγι εκτÏ
πούσεν αÏ
τήν την ώραν, ένα κτύπημα αντήχησεν
εις την πόρταν τοÏ
δρόμοÏ
. Κατέβηκα ν' ανοίξω με ελαφρά καρδιά,
διότι τι είχα πλέον να φοβηθώ; Τρεις άνθρωποι εισήλθαν, με σοβαρόν
ύφος, ωσάν αξιωματικοί της αστÏ
νομίας. Ένας γείτονας είχεν ακούσει
κραÏ
γήν κατά το μεσονύκτιον. ΣÏ
νέλαβαν την Ï
πόνοιαν μήπως σÏ
μβαίνη
κανένα δÏ
στύχημα και οι αξιωματικοί αÏ
τοί ανέλαβαν το έργον της
ανακρίσεως.

Εγέλασα, διότι, και πάλιν το λέγω, τι ημπορούσα να φοβηθώ; Είπα
καλημέρα εις τοÏ
ς κÏ
ρίοÏ
ς αÏ
τούς. Την κραÏ
γήν, εφώναξα, ήμοÏ
ν εγώ
ποÏ
την έβγαλα στον ύπνο μοÏ
. Όσον διά τον γέροντα, εξηκολούθησα,
εÏ
ρίσκεται εις την εξοχήν. Ωδήγησα τοÏ
ς επισκέπτας μοÏ
εις όλας
τας γωνίας της οικίας μοÏ
. ΤοÏ
ς εβίασα να ζητούν, να ζητούν
επιμελώς. ΤοÏ
ς ωδήγησα τέλος εις το ιδικόν τοÏ
δωμάτιον. ΤοÏ
ς
έδειξα το χρήμα τοÏ
, ποÏ
ήταν όλο εκεί και το οποίον κανείς δεν το
ήγγισεν. Από την μεγάλην μοÏ
πεποίθησιν ετακτοποίησα τα καθίσματα
εις το δωμάτιον και τοÏ
ς παρεκάλεσα ν' αναπαÏ
θούν εκεί.

Και εγώ ο ίδιος, με το εκπληκτικόν θράσος ποÏ
μοÏ
ενέπνεε μία
τόσον τελεία επιτÏ
χία, ετοποθέτησα το κάθισμά μοÏ
εις το μέρος
όποÏ
εÏ
ρίσκετο το πτώμα τοÏ
θύματός μοÏ
. Οι αστÏ
νομικοί
εξεπλάγησαν. Οι τρόποι μοÏ
τοÏ
ς έπεισαν τελείως. ΉμοÏ
ν εξαιρετικώς
εÏ
διάθετος. Εκάθησαν και ωμίλησαν διά διάφορα πράγματα, εις τα
οποία απαντούσα. Αλλά δεν ήργησα να εννοήσω ότι εκιτρίνιζα και ότι
επιθÏ
μούσα να τοÏ
ς ίδω να φεύγοÏ
ν. Είχα πονοκέφαλον και
εφανταζόμην ότι ήκοÏ
α ένα ήχον εις τα αÏ
τιά μοÏ
.

Αλλά έμειναν καθισμένοι, και εξηκολούθοÏ
ν να φλÏ
αρούν. Ο ήχος
επεταχύνετο, επέμενε και επεταχύνετο επί μάλλον και μάλλον.
Ωμίλησα με ένα ύφος περισσότερον ελεύθερον διά ν' απαλλαγώ από
αÏ
τό το βάσανο. Αλλ' η ταραχή εξηκολούθει, και επεβάλλετο
κÏ
ριολεκτικώς εις όλας τας δÏ
νάμεις μοÏ
, αν και

Last Page Next Page

Text Comparison with Poemas

Page 0
--Imp.
Page 2
El ruido es mareador y se siente en el aire una trepidación incesante; el repiqueteo de los cascos, el vuelo sonoro de las ruedas, parece a cada instante aumentarse.
Page 3
.
Page 5
En el primero, el artista parece haber querido hacer una cabeza simbólica.
Page 7
Los privilegiados se llaman Goethe, Byron, Lamartine, Poe.
Page 8
En él la ecuación dominaba a la creencia, y aun en lo referente a Dios y sus tributos, pensaba con Spinosa que las cosas invisibles y todo lo que es objeto del entendimiento no puede percibirse de otro modo que por los ojos de la demostración; olvidando la profunda afirmación filosófica: _Intelectus noster sic ¿de habet? ad prima entium quæ sunt manifestissima in natura, sicut oculus vespertillionis ad solem.
Page 9
_ POEMAS TRADUCCIÓN DE ALBERTO LASPLACES ANNABEL LEE Hace ya bastantes años, en un reino más allá de la mar vivía una niña que podéis conocer con el nombre de Annabel Lee.
Page 10
Pero vos fuisteis la madre de aquella que quise tan tiernamente, y por eso mismo me sois más querida que la madre que conocí, más querida que todo, lo mismo que mi mujer era más amada por mi alma que lo que esta misma amaba su propia vida.
Page 11
Y al fin, cuando le faltaron las fuerzas, pudo hallar una sombra peregrina.
Page 12
Pero, he ahí que un estremecimiento agita el aire.
Page 13
Pero habló.
Page 14
Y aunque mi fe se haya apagado, y aunque mi corazón llegue a quebrarse, he ahí la dorada prenda que prueba que soy dichosa siempre.
Page 17
el mundo no fuera sino amor ante ti! 1827.
Page 18
Y ahora me será más.
Page 19
.
Page 20
¡Qué solemnes pensamientos despiertan esos acentos! Del lento y triste sonido cada toque, cada nota en el vago viento flota como doliente gemido, y de la noche en la calma el melancólico són, siente estremecida el alma cual solemne admonición.
Page 21
.
Page 22
una tumba (¡oh, triste noche del lejano octubre!) nos detuvo la losa de una tumba, de legendario monumento fúnebre.
Page 24
Resonar sólo un nombre se escuchaba que en voz baja a aquella hora yo me puse a murmurar, y que el eco repetía como un soplo: ¡Leonora!.
Page 27
.