Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 65

δεν ημπόρεσα να
κρατήσω ένα ελαφρόν σαρκασμόν, τον οποίον ο γέρων ήκοÏ
σε πιθανώς,
διότι έκαμε μίαν αιφνιδίαν κίνησιν εις την κλίνην τοÏ
, ωσάν να
εσκίρτα. Τότε νομίζετε αναμφιβόλως ότι έφÏ
γα . . . αλλά καθόλοÏ
, Η
πÏ
κνότης τοÏ
σκότοÏ
ς καθίστα το δωμάτιον μαύρο σαν την πίσσα,
διότι τα παράθÏ
ρα ήσαν ερμητικώς κλεισμένα από τον φόβον των
λωποδÏ
τών. Βεβαιωμένος ότι δεν ημπορούσε να διακρίνη το άνοιγμα
της πόρτας, εξηκολούθησα να την σπρώχνω κανονικά-κανονικά.

Είχα το κεφάλι εις το εσωτερικόν τοÏ
δωματίοÏ
και ητοιμαζόμην ν'
ανοίξω το φαναράκι, όταν ο αντίχειρ μοÏ
ωλίσθησεν ανοίγοντάς το,
καμωμένον από λεÏ
κοσίδηρον, και ο γέρων ανεσκίρτησεν εις το
κρεββάτι τοÏ
φωνάξας:

— Ποιος είν' εκεί;

Έμεινα πραγματικώς ακίνητος και δεν είπα λέξιν. Επί μίαν όλην ώραν
δεν εκίνησα ούτε ένα μÏ
ώνά μοÏ
, και όλος αÏ
τός ο χρόνος επέρασε
χωρίς να τον ακούσω ν' αποκοιμηθή. Έμεινεν εις το κρεββάτι τοÏ
,
κατά το ήμισÏ
ορθός, και ήκοÏ
εν, όπως σÏ
νήθιζε πολλάκις επί πολλάς
νύκτας διαδοχικώς, προσέχων εις το ωρολόγιον τοÏ
θανάτοÏ
, ποÏ
ήτο
κρεμασμένον εις τον τοίχον.

Τέλος ήκοÏ
σα ένα ασθενή αναστεναγμόν, και αντελήφθην ότι ήτο μία
διαμαρτÏ
ρία προερχομένη από επιθανάτιον τρόμον. Δεν ήτο πόνος
δÏ
στÏ
χίας ή βασάνοÏ
. Ω! όχι! Αλλ' ο χαμηλός και σÏ
γκαλÏ
μμένος ήχος
ποÏ
εσηκώνετο από το βάθος μιας βασανισμένης από την στενοχώρια
ψÏ
χής.

Δεν ήτο άγνωστος ο ήχος αÏ
τός. Πόσας φοράς, την νύκτα, το
μεσονύκτιον ακριβώς, όταν ο κόσμος όλος εκοιμάτο, πόσας φοράς
εβγήκεν από το δικό μοÏ
στήθος, και εβάρÏ
νε με τον τρομακτικόν
ήχον τοÏ
το βάθος τοÏ
σκότοÏ
ς ποÏ
με ετρόμαζε. Λέγω ότι δεν ήτο
άγνωστος. Εγνώριζα ό,τι εδοκίμαζεν ο γέρων, και τον ελÏ
πούμην, αν
και εγελούσα από το βάθος της καρδιάς μοÏ
. Εγνώριζα ότι ήτο
ανασηκωμένος από τον πρώτον μικρόν θόρÏ
βον και ότι εστράφη εις το
κρεββάτι τοÏ
. Έκτοτε ο τρόμος δεν έπαÏ
σεν αÏ
ξάνων. Έκαμεν όλα τα
δÏ
νατά διά να πεισθή ότι ο τρόμος αÏ
τός ήτο χωρίς αιτίαν, αλλά δεν
κατώρθωσε να το επιτύχη. Είπε μόνος τοÏ
: «δεν είνε τίποτα, είνε ο
άνεμος μέσα εις το τζάκι ή το κάτω κάτω ένας ποντικός ποÏ
τρέχει
εις το πάτωμα», ή το περισσότερον : «είνε αναμφιβόλως απλούστατα η
κραÏ
γή ενός γρύλοÏ
». Ναι: έκαμε τα αδύνατα των αδÏ
νάτων να λάβη
θάρρος με τοιαύτας Ï
ποθέσεις. Αλλ' απέβησαν εις μάτην. Όλαι αι
προσπάθειαι είναι μάταιαι, διότι ο θάνατος προσεγγίζει, επέρασεν
από εμπρός τοÏ
με την μαύρην τοÏ
σκιάν, με την οποίαν καλύπτει το
θύμα τοÏ
. Και ακριβώς ηπλούτο επ' αÏ
τού η θλιβερά επίδρασις της
αοράτοÏ
σκιάς, αν και αÏ
τός δεν ημπορεί ν' ακούση ούτε και να ιδή·
τοÏ
κατέστησεν αντιληπτήν την παροÏ
σίαν της κεφαλής εις το
εσωτερικόν τοÏ
δωματίοÏ
.

Αφού επερίμενα επί πολύ, με μεγάλην Ï
πομονήν, χωρίς να τον ακούσω
να ξαναπλαγιάση, απεφάσισα ν' αποκαλύψω ολίγο το φανάρι μοÏ
—

Last Page Next Page

Text Comparison with The Narrative of Arthur Gordon Pym of Nantucket Comprising the details of a mutiny and atrocious butchery on board the American brig Grampus, on her way to the South Seas, in the month of June, 1827.

Page 0
OF NANTUCKET.
Page 7
The body of a man was seen to be affixed in the most singular.
Page 18
Their roots were concealed in wide-spreading morasses, whose dreary water lay intensely black, still, and altogether terrible, beneath.
Page 29
I could distinctly perceive his eyes fastened upon me with an expression of the most deadly animosity, and I expected every instant that he would attack me.
Page 32
Augustus called to me at first in a low voice and without closing the trap--but I made him no reply.
Page 34
They now fell to disputing in regard to the fate of the survivers, who lay not more than four paces off, and could distinguish every word said.
Page 44
To leave Tiger in the box was what neither.
Page 48
He brought the schooner to the wind under a double-reefed foresail alone, when she rode as well as any vessel could be expected to do, and shipped not a drop of water.
Page 49
He answered all my companion's questions with perfect freedom; told him that he had no doubt of his father's having been picked up, as there were no less than five sail in sight just before sundown on the day he was cut adrift; and used other language of a consolatory nature, which occasioned me no less surprise than pleasure.
Page 54
It was clear, indeed, that what we should determine to do could not be done too soon.
Page 70
, but the weather was not at all cold.
Page 84
He heard all I said without attempting to controvert any of my arguments, and I had begun to hope that he would be prevailed upon to do as I desired.
Page 89
I have myself seen several which would weigh from twelve to fifteen hundred pounds, although I do not remember that any navigator speaks of having seen them weighing more than eight hundred.
Page 105
Just within this wall a perfectly level and smooth walk is formed, from six to eight feet wide, and extending around the encampment--thus serving the purpose of a general promenade.
Page 109
He had cleared and cultivated about sixty acres of land, and turned his attention to raising the coffee-plant and sugar-cane, with which he had been furnished by the American minister at Rio Janeiro.
Page 121
The shore was precipitous, and the interior seemed to be well wooded, a circumstance which occasioned us great joy.
Page 123
This was a degree of ignorance for which we were not prepared, and for my part I could not help thinking some of it affected.
Page 150
With a very slight exertion of the imagination, the left, or most northerly of these indentures might have been taken for the intentional, although rude, representation of a human figure standing erect, with outstretched arm.
Page 156
To attempt, therefore, getting back, would be folly--especially at so late a period of the season.
Page 161
Mr.