Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 59

— Εγώ; Εγώ; Πώς μπορώ να είμαι εγώ;

— Ο ήχος εφαίνετο πώς ήρχετο από έξω, παρετήρησεν ένας από τοÏ
ς
αÏ
λικούς. Φαντάζομαι πως θα ήτο ο παπαγάλος εις το παράθÏ
ρον, και
εκτÏ
πούσε το ράμφος τοÏ
εις τα σιδηρά σύρματα τοÏ
κλωβού τοÏ
.

— Είναι αληθές, απήντησεν ο Μονάρχης, ωσάν ν' ανεκοÏ
φίσθη από την
εξήγησιν αÏ
τήν· αλλά, μα την ιπποτικήν τιμήν μοÏ
, θα ωρκιζόμην ότι
ήτο αÏ
τός εδώ ο αλήτης ποÏ
έτριξε τα δόντια.

Τότε ο νάνος ήρχισε να γελά (ο βασιληάς αγαπούσε πάρα πολύ τα
γέλοια ώστε να μη θέλη να εμποδίση και άλλον από τοÏ
να γελά)
δείχνοντας ένα στρατό από μακρούς οδόντας, δÏ
νατούς και με πολύ
τρομακτικήν θέαν. Εξ άλλον εβεβαίωσεν ότι θα πίη όσο ήθελαν κρασί.
Ο μονάρχης ησύχασε, και ο Χοπ-Φρωγκ, αφού εκένωσε και άλλο
ποτήρι, χωρίς να φανή δÏ
σαρεστημένος, εισήλθεν αμέσως και με
μεγάλην επιτηδειότητα εις τα σχέδια της μασκαράτας.

— Δεν θα ημπορούσα να βεβαιώσω πώς εσχηματίσθη αÏ
τή η σÏ
σχέτισις
των ιδεών, παρετήρησε με φρόνησιν, και σαν να μη είχε δοκιμάσει
κρασί εις την ζωήν τοÏ
, αλλ' &ακριβώς&, όταν η Μεγαλειότης σας
εκτύπησε την μικράν και επέταξε κρασί εις τα μούτρα της, ακριβώς
όταν η Μεγαλειότης σας έκανεν όλα αÏ
τά, και ενώ ο παπαγάλος
επροξένει τόσον θόρÏ
βον από την άλλην πλεÏ
ράν τοÏ
παραθύροÏ
, μοÏ

επανήλθεν εις το πνεύμα μοÏ
μία μοναδική εÏ
χαρίστησις, ένα από τα
αστεία της χώρας μας, ποÏ
τα σÏ
νηθίζομεν ημείς πολλάκις εις τας
μασκαράτας, τα οποία όμως θα περάσοÏ
ν εδώ ως ανέκδοτα. ΔÏ
στÏ
χώς θα
έπρεπε για το παιγνίδι αÏ
τό μια σÏ
ντροφιά από οκτώ πρόσωπα, και . . .

— Αι καλά, αλλ' ημείς ήμεθα οκτώ, εφώναξεν ο βασιλεύς, Ï
περήφανος
διά την λεπτήν οξÏ
δέρκειάν τοÏ
, διότι ανεκάλÏ
ψε την σύμπτωσιν
αÏ
τήν. Ήμεθα οκτώ, ακριβώς — εγώ και οι επτά Ï
ποÏ
ργοί μοÏ
. Εμπρός.
Ποιο είναι το παιγνίδι αÏ
τό;

— Το λέμε, απήντησεν ο καμπούρης, &οι οκτώ δεμένοι
οÏ
ραγγοÏ
τάγκοι,& και είναι αλήθεια ένα παιγνίδι πολύ εÏ
χάριστον
όταν ξεύροÏ
ν να το παίξοÏ
ν.

— ΑÏ
τό είναι δοÏ
λειά μας, είπεν ο βασιληάς, σηκώνοντας και
χαμηλώνοντας τα φρύδια.

— Το εÏ
χάριστον εις το παιγνίδι, σÏ
νέχισεν ο Χοπ-Φρωγκ,
σύγκειται εις τον τρόμον ποÏ
προξενεί εις τας γÏ
ναίκας.

— Τέλεια, εγέλασαν εν χορώ ο βασιλεύς και οι Ï
ποÏ
ργοί τοÏ
.

— Θα σας μεταμφιέσω εγώ ο ίδιος ως οÏ
ρακοÏ
τάγκοÏ
ς, εξηκολούθησεν
ο νάνος, μπορεί να βασισθήτε εις εμέ. Η ομοιότης θα είναι τόσον
καταπληκτική, ώστε οι μασκαρεμένοι θα σας εκλάβοÏ
ν ως πραγματικά
ζώα και, φÏ
σικά, θα τρομάξοÏ
ν τόσον, όσον και θα εκπλαγούν.

— Να ένα θαÏ
μάσιον πράγμα, εφώναξεν ο βασιληάς, είμαι ικανός να
σε κάμω ένα άνθρωπον.

— Αι αλÏ
σίδες φέρονται με τον σκοπόν ν' αÏ
ξήσοÏ
ν την σύγχÏ
σιν με
τον θόρÏ
βόν των. Θα Ï
ποτεθή ότι

Last Page Next Page

Text Comparison with First Project Gutenberg Collection of Edgar Allan Poe

Page 0
However, we prefer to post short works for you in collections, to eliminate you having to download all 11 kilobytes of our header and "legal fine print" to get files of sizes less than the headers.
Page 1
Back into the chamber turning, all my soul within me burning, Soon again I heard a tapping something louder than before.
Page 2
Then the ebony bird beguiling my sad fancy into smiling, By the grave and stern decorum of the countenance it wore, "Though thy crest be shorn and shaven, thou," I said, "art sure no craven, Ghastly grim and ancient Raven wandering from the Nightly shore-- Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!" Quoth the Raven, "Nevermore.
Page 3
'" But the Raven still beguiling all my sad soul into smiling, Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door; Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore-- What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore Meant in croaking "Nevermore.
Page 4
" Quoth the Raven, "Nevermore.
Page 5
It was towards the close of the fifth or sixth month of his seclusion, and while the pestilence raged most furiously abroad, that the Prince Prospero entertained his thousand friends at a masked ball of the most unusual magnificence.
Page 6
The second chamber was purple in its ornaments and tapestries, and here the panes were purple.
Page 7
He had directed, in great part, the movable embellishments of the seven chambers, upon occasion of this great _fete_; and it was his own guiding taste which had given character to the masqueraders.
Page 8
And thus too, it happened, perhaps, that before the last echoes of the last chime had utterly sunk into silence, there were many individuals in the crowd who had found leisure to become aware of the presence of a masked figure which had arrested the attention of no single individual before.
Page 9
It was in the blue room where stood the prince, with a group of pale courtiers by his side.
Page 10
It is equally unredressed when the avenger fails to make himself felt as such to him who has done the wrong.
Page 11
He accosted me with excessive warmth, for he had been drinking much.
Page 12
" "True--true," I replied; "and, indeed, I had no intention of alarming you unnecessarily--but you should use all proper caution.
Page 13
"The nitre!" I said; "see, it increases.
Page 14
I laid the second tier, and the third, and the fourth;.
Page 15
I had completed the eighth, the ninth, and the tenth tier.
Page 16
My heart grew sick on account of the dampness of the catacombs.