Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 58

γέλοια, ενώ ο
νάνος άδειαζε την κούπα με δÏ
στροπίαν. — Να και το αποτέλεσμα ενός
ποτηριού από κρασί! Τα μάτια έγειναν σαν αστραπή!.

Τον καϋμένον διαβολάκον! τα μάτια τοÏ
ήστραπτον περισσότερον παρά
έλαμπον διότι το αποτέλεσμα τοÏ
κρασιού εις τον διεγερμένον
εγκέφαλον ήτο όχι μόνον έντονον, αλλά και απότομον. Αφήκε νεÏ
ρικά
την κούπα στο τραπέζι και επροχώρησε ανάμεσα από εκείνοÏ
ς ποÏ
τον
περιέβαλλον με ένα μάτι κατά το ήμισÏ
τρελλό. Όλοι εφαίνοντο ότι
εÏ
χαριστούντο διά την εÏ
θÏ
μίαν της Α. Μεγαλειότητος.

— Και τώρα διά τας Ï
ποθέσεις μας, είπεν ο πρωθÏ
ποÏ
ργός, ένα πολύ
πρόστÏ
χο Ï
ποκείμενο.

— Ναι, είπεν, ο βασιληάς, εμπρός, Χοπ-Φρωγκ, βοήθησέ μας.
Πρόσωπα με χαρακτήρα, μικρό μοÏ
. Μας πρέπει χαρακτήρ εις όλοÏ
ς
μας. Χα! χα! χα!

Και σαν να ήτο αÏ
τό θαÏ
μάσια λέξις, όλοι οι επτά εξηκολούθησαν εν
χορώ τα γέλοια.

Ο Χοπ-Φρωγκ εγέλασεν επίσης, αν και σιγαλά, και με ένα ύφος
όλίγον αφηρημένον.

— Εμπρός, εμπρός, είπεν ο βασιληάς με ανÏ
πομονησία, δεν εÏ
ρίσκεις
τίποτα να επινοήσης;

— Προσπαθώ να εύρω κάτι το ανέκδοτον, απήντησεν ο νάνος με
αφηρημένον ύφος, διότι ήτο τελείως ζαλισμένος από το κρασί.

— Προσπαθείς, απήντησεν ο τύραννος με αγριότητα. Τι εννοείς με
αÏ
τό; Α, εννοώ! μελαγχολείς και σοÏ
χρειάζεται ακόμη κρασί.
Εμπρός. Πιέ προς χάριν μοÏ
και αÏ
τό.

Και αφού εγέμισεν ένα άλλο ποτήρι κρασί το έτεινε προς τον
καμπούρην, ο οποίος ηρκέσθη να το παρατηρήση, σαν να μη το ήθελε.

— Πιέ, σοÏ
λέγω, εφώναξε το θηρίον, ή θα σε πάροÏ
ν όλοι οι
διάβολοι . . .

Ο νάνος εδίσταζεν· ο βασιληάς έγεινε κατακόκκινος από λύσσαν. Οι
κόλακες εγελούσαν με αρκετήν διάθεσιν. Η Τριπέττα, ωχρά ωσάν μια
αποθαμένη, επροχώρησε προς την έδραν τοÏ
βασιλέως, και γονατισμένη
στα πόδια τοÏ
τον παρεκάλεσε να λÏ
πηθή τον φίλον της.

Ο τύραννος την παρετήρησε καλά επί τινας στιγμάς, προφανώς
κατάπληκτος από μίαν τέτοιαν τόλμην. Εφαίνετο ότι δεν ήξεÏ
ρε τι να
είπη, ούτε τι να κάμη ούτε πώς να εύρη μίαν έκφρασιν ισοδύναμον με
την οργήν τοÏ
. Εις το τέλος, χωρίς να προφέρη μίαν σÏ
λλαβήν, την
έσπρωξε με βίαν από κοντά τοÏ
και της επέταξε κατάμοÏ
τρα το ποτήρι
γεμάτο από κρασί.

Το πτωχό κορίτσι εσηκώθηκεν όπως ημπορούσε καλύτερα, και χωρίς να
βγάλη ούτε ένα αναστεναγμόν, επήρε την θέσιν της εις τα κάτω της
τραπέζης.

Επί ένα λεπτόν επεκράτησεν απόλÏ
τος σιγή· θα ημπορούσα ν' ακούσω
ένα φύλλο ή ένα φτερό ποÏ
πέφτει. Η σιωπή αÏ
τή διεκόπη από ένα
Ï
πόκωφον τριγμόν, αλλά τραχύν και παρατεταμένον, ο οποίος εφαίνετο
ότι έβγαινεν από τας τέσσαρας γωνίας της αιθούσης.

— Τι; τι; γιατί κάμνεις αÏ
τόν τον θόρÏ
βον; ηρώτησεν ο βασιληάς
στρεφόμενος με οργήν προς τον νάνον.

Ο νάνος εφαίνετο ότι σÏ
νήλθεν από την μεγάλην τοÏ
μέθην, και
παρετήρει τον τύραννον κατάμοÏ
τρα, ατενώς και ασφαλώς. Ξαναφώναξε:

Last Page Next Page

Text Comparison with The Fall of the House of Usher

Page 0
It was possible, I reflected, that a mere different arrangement of the particulars of the scene, of the details of the picture, would be sufficient to modify, or perhaps to annihilate its capacity for sorrowful impression; and, acting upon this idea, I reined my horse to the precipitous brink of a black and lurid tarn that lay in unruffled lustre by the dwelling, and gazed down--but with a shudder even more thrilling than before--upon the remodelled and inverted images of the grey sedge, and the ghastly tree-stems, and the vacant and eye-like windows.
Page 1
I have said that the sole effect of my somewhat childish experiment--that of looking down within the tarn--had been to deepen.
Page 2
I had so worked upon my imagination as really to believe that about the whole mansion and domain there hung an atmosphere peculiar to themselves and their immediate vicinity--an atmosphere which had no affinity with the air of heaven, but which had reeked up from the decayed trees, and the grey wall, and the silent tarn--a pestilent and mystic vapour, dull, sluggish, faintly discernible, and leaden-hued.
Page 3
Surely, man had never before so terribly altered, in so brief a period, as had Roderick Usher! It was with difficulty that I could bring myself to admit the identity of the wan being before me with the companion of my early boyhood.
Page 4
beautiful curve; a nose of a delicate Hebrew model, but with a breadth of nostril unusual in similar formations; a finely-moulded chin, speaking, in its want of prominence, of a want of moral energy; hair of a more than web-like softness and tenuity; these features, with an inordinate expansion above the regions of the temple, made up altogether a countenance not easily to be forgotten.
Page 5
A sensation of stupor oppressed me, as my eyes followed her retreating steps.
Page 6
For several days ensuing, her name was unmentioned by either Usher or myself: and during this period I was busied in earnest endeavours to alleviate the melancholy of my friend.
Page 7
For me at least--in the circumstances then surrounding me--there arose out of the pure abstractions which the hypochondriac contrived to throw upon his canvas, an intensity of intolerable awe, no shadow of which felt I ever yet in the contemplation of the certainly glowing yet too concrete reveries of Fuseli.
Page 8
In the greenest of our valleys, By good angels tenanted, Once a fair and stately palace-- Radiant palace--reared its head.
Page 9
V.
Page 10
The belief, however, was connected (as I.
Page 11
His chief delight, however, was found in the perusal of an exceedingly rare and curious book in quarto Gothic--the manual of a forgotten church--the Vigiliae Mortuorum Secundum Chorum Ecclesiae Maguntinae.
Page 12
Its immense weight caused an unusually sharp grating sound, as it moved upon its hinges.
Page 13
But my efforts were fruitless.
Page 14
But the under surfaces of the huge masses of agitated vapor, as well as all terrestrial objects immediately around us, were glowing in the unnatural light of a faintly luminous and distinctly visible gaseous exhalation which hung about and enshrouded the mansion.
Page 15
It was, beyond doubt, the coincidence alone which had arrested my attention; for, amid the rattling of the sashes of the casements, and the ordinary commingled noises of the still increasing storm, the sound, in itself, had nothing, surely, which should have interested or disturbed me.
Page 16
From a position fronting my own, he had gradually brought round his chair, so as to sit with his face to the door of the chamber; and thus I could but partially perceive his features, although I saw that his lips trembled as if he were murmuring inaudibly.
Page 17
His eyes were bent fixedly before him, and throughout his whole countenance there reigned a stony rigidity.
Page 18
.