Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 54

εÏ
χαριστούμαι εις το
αίσθημα αÏ
τό. ΜοÏ
παρείχε μεγαλÏ
τέρας εÏ
χαριστήσεις από όλα τα
Ï
λικά καλά ποÏ
το έγκλημα μού έγινεν η πηγή των. Αλλ' ολίγον κατ'
ολίγον ήλθεν η στιγμή όποÏ
η εÏ
χαρίστησις αÏ
τή μετεβλήθη σχεδόν με
ανεπαισθήτοÏ
ς βαθμούς εις μίαν τÏ
ραννικήν και διεστραμμένην
σκέψιν, και η οποία με εκούραζε διότι με ηνώχλει. Μόλις μοÏ

επέτρεπε μίαν στιγμήν αναπαύσεως. Είναι πράγμα κοινότατον να
έχωμεν τα αÏ
τιά μας κοÏ
ρασμένα ή μάλλον την μνήμην από ένα είδος
βόμβοÏ
, ως αντήχησιν ενός αθλίοÏ
άσματος, ή κομματιού όπερας με
χωρίς κανένα ενδιαφέρον. Και η νεÏ
ρική ταραχή δεν είναι μικροτέρα
όταν το τραγούδι έχει μίαν ιδικήν τοÏ
αξίαν, ή εάν το ύφος της
όπερας έχη κάποιαν αξίαν.

Έτσι λοιπόν ήρχισα να μελετώ και εγώ την εÏ
μάρειάν μοÏ
και να
επαναλαμβάνω με χαμηλήν φωνήν την φράσιν αÏ
τήν : «Δεν έχω τίποτε
να φοβηθώ».

Μίαν ημέραν, όταν περιεφερόμην κατά μήκος των οδών, επρόφερα
σχεδόν με Ï
ψηλήν φωνήν τας σÏ
νήθεις σÏ
λλαβάς. Με μίαν ασÏ
νήθη
εÏ
στροφίαν τας επανέλαβα Ï
πό νέαν μορφήν. Δεν έχω να φοβηθώ, — δεν
έχω τίποτε να φοβηθώ — μάλιστα, — εφ' όσον δεν θα κάμω την
ανοησίαν να καταγγελθώ εγώ ο ίδιος.

Μόλις απήγγειλα τας λέξεις αÏ
τάς, οπότε ένοιωσα να μοÏ
περνά πάγος
την καρδιά μοÏ
.

Είχα μορφώσει κάποιαν πείραν από τας εξάρσεις αÏ
τάς της
διαστροφής, αι οποίαι μ' εβασάνιζαν όταν επεχείροÏ
ν ν' αναλύσω την
φύσιν, και δεν Ï
πωπτεÏ
όμην καν ότι δεν θα ημπορούσα καθ'
οιονδήποτε λόγον να κατανικήσω τας επιθέσεις των. Και ιδού ότι η
πρόσκαιρος αÏ
θÏ
ποβολή — το δÏ
νατόν τοÏ
να καταγγελθώ ο ίδιος — με
σÏ
νώρεÏ
ε με την σκιάν αÏ
τήν τοÏ
θύματός μοÏ
και με τραβούσε προς
τον θάνατον. Πρώτα-πρώτα επεχείρησα ν' αποσείσω τον λήθαργον
αÏ
τόν. Ήρχισα να βαδίζω νεÏ
ρικά — γρηγορώτερα — ταχύτερα ακόμη —
και τέλος ήρχισα να τρέχω. Εδοκίμασα την καταστρεπτικήν ανάγκην να
φωνάξω με όλας μοÏ
τας δÏ
νάμεις. Κάθε επιδρομή νέας σκέψεως μοÏ

προσέθετε και νέοÏ
ς τρόμοÏ
ς. Διότι, αλλοίμονον, ήξεÏ
ρα πολύ καλά
ότι πάσα σκέψις, εις την κατάστασιν ποÏ
ήμοÏ
ν, εσήμαινε και την
καταστροφήν μοÏ
. Σαν ένας τρελλός, επηδούσα από τοÏ
ς δρόμοÏ
ς
γεμάτοÏ
ς από ανθρώποÏ
ς. Τέλος οι διαβάται ετρόμαξαν και ήρχισαν να
με καταδιώκοÏ
ν. Καταλάβαινα τότε ότι η δÏ
στÏ
χία μοÏ
επλησίαζεν.
Εάν ημπορούσα να ξεσχίσω την γλώσσαν μοÏ
θα το έκαμνα. Αλλά μία
αγρία φωνή ήχησεν εις τα αÏ
τιά μοÏ
, και ένα χέρι ακόμη αγριώτερον
με άρπαξεν από τον ώμο. Εγύρισα πίσω, εζήτησα ν' αναπνεύσω και
πάλιν. Μίαν στιγμήν Ï
πέστην όλην την φρίκην τοÏ
πνιγμού· έγινα
τÏ
φλός, κοÏ
φός, ανόητος· και μοι εφάνη ότι ένας δαίμων αόρατος μοÏ

έδινεν από πίσω μια γερή γροθιά. Το μÏ
στικόν, ποÏ
τόσον καιρόν ήτο
κρÏ
μμένον, εβγήκεν από την ψÏ
χήν μοÏ
.

Φαίνεται ότι εξεφράσθην με μίαν πολύ καθαράν φωνήν, με ένα διαÏ
γή
τονισμόν, και με μίαν μεγάλην ταχύτητα, ωσάν εφοβούμην

Last Page Next Page

Text Comparison with The Raven

Page 0
Eagerly I wished the morrow;--vainly I had sought to borrow From my books surcease of sorrow--sorrow for the lost Lenore-- For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore-- Nameless here for evermore.
Page 1
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he, But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door-- Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door-- Perched, and sat, and nothing more.
Page 2
" Then the bird said "Nevermore.
Page 3
Meant in croaking "Nevermore.
Page 4
"Nevermore.