Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 46

και έκτοτε η σύζÏ
γός μοÏ
, ούσα
φύσει αδÏ
νάτοÏ
κράσεως, δεν κατώρθωσε πλέον ν' ανακτήση την
προτέραν Ï
γείαν· ο χαρακτήρ τοÏ
νοσήματος εγίνετο οσημέραι
επιφοβώτερος, χωρίς να δύνανται οι ιατροί να παράσχωσι την
παραμικράν βοήθειαν, και τέλος κατέστη τούτο χρόνιον, ενώ
ταÏ
τοχρόνως ήρχισε να προάγεται εν αÏ
τή και νεÏ
ρικός ερεθισμός,
βαθμηδόν επιτεινόμενος, εξ οÏ
τα κοινότερα των πραγμάτων τη είχον
καταστή αντικείμενα τρόμοÏ
. Ωμίλει ήδη σÏ
χνότερον και μετά
πλειοτέροÏ
πείσματος περί ελαφρών κρότων και αλλοκότων κινήσεων
επί των παραπετασμάτων, και έλεγεν ότι ταύτα ήσαν η κÏ
ρία αιτία
τοÏ
νοσήματός της. Νύκτα τινά μοι εζήτησε μετά περισσοτέρας
ζωηρότητος να επιστήσω την προσοχήν μοÏ
επί των αφορήτων κρότων,
οίτινες την σÏ
νετάρασσον· αφÏ
πνίζετο εξ ύπνοÏ
ταραχώδοÏ
ς και,
ημιεγερθείσα επί της κλίνης, μοι ωμίλει ταπεινοφώνως περί κρότων,
οÏ
ς δεν ηδÏ
νάμην ν' ακούσω, περί κινήσεων, ας δεν ηδÏ
νάμην να ίδω,
καθ' ην στιγμήν εγώ, εξηπλωμένος επί τινος παρά την κλίνην της
διβανίοÏ
, εξήταζα, κατεχόμενος Ï
πό της αγωνίας αορίστοÏ
τρόμοÏ
,
την αλλοίωσιν της ισχνής της φÏ
σιογνωμίας. Ο άνεμος έπνεε σφοδρός
όπισθεν των παραπετασμάτων και εδοκίμασα να πείσω την ασθενή,
μολονότι εγώ κατά βάθος εδίσταζα, ότι οι ανεπαίσθητοι ήχοι και αι
αλλοιούμεναι μορφαί εν τω παραπετάσματι προήρχοντο εκ τοÏ
όπισθεν
πνέοντος ανέμοÏ
· η θανάσιμος όμως ωχρότης τοÏ
προσώποÏ
της με
έπεισεν ότι μάτην προσεπάθοÏ
ν να την εγκαρδιώσω. Εφαίνετο ότι
έμελλε να λιποθÏ
μήση, εγώ δ' έσπεÏ
σα να λάβω από τοÏ
παρακειμένοÏ

θαλάμοÏ
φιαλίδιον ελαφρού οίνοÏ
, σÏ
στηθέντος Ï
πό των ιατρών. Αλλ'
ενώ διηρχόμην Ï
πό το φως τοÏ
λαμπτήρος εξεπλάγην ένεκα δύο
αλλοκότων περιστατικών· ησθάνθην δηλαδή εγγίζον με ψηλαφητόν τι
ελαφρώς αλλ' αόρατον ον, και ταÏ
τοχρόνως είδα επί τοÏ
τάπητος,
ακριβώς επ' αÏ
τού τοÏ
κέντροÏ
τοÏ
φαεινού κύκλοÏ
, ον διέγραφεν επί
τούτοÏ
το φως τοÏ
λαμπτήρος, ασθενή και αόριστον σκιάν, ωραιοτάτοÏ

τύποÏ
, την οποίαν μόνον ως σκιάς σκιάν ηδύνατό τις να εκλάβη.
Διατελών όμως Ï
πό την επίδρασιν τοÏ
οπίοÏ
, ολιγίστην προσοχήν
έδωκα, εις δε την Ροβέναν οÏ
δ' ανέφερα περί αÏ
τού.

Λαβών την φιάλην, επέστρεψα παρά τη σÏ
ζύγω μοÏ
και έφερα εις τα
χείλη της κύπελλον πλήρες οίνοÏ
, όπερ αύτη, σÏ
νελθούσα ήδη,
εκράτησε διά των ιδίων χειρών, έπειτα δε εξηπλώθην πάλιν επί τοÏ

σοφά και προσήλωσα το βλέμμα επ' αÏ
τής.

Αίφνης τότε ήκοÏ
σα εÏ
κρινώς ελαφρόν κρότον βημάτων επί τοÏ
τάπητος
και προς το μέρος της κλίνης· πάραÏ
τα δε, ενώ η Ροβένα έφερε τον
οίνον εις τα χείλη, είδα — ενδεχόμενον να ήτο πλάσμα της φαντασίας
μοÏ
— είδα να πίπτωσιν εντός τοÏ
κÏ
πέλλοÏ
, ως από αοράτοÏ
πηγής,
τρεις ή τέσσαρες σταγόνες Ï
γρού διαÏ
γούς και κοκκινωπού. Τας είδα,
αλλ' εκείνη δεν τας είχεν ίδει, και έπιε τον οίνον αδιστάκτως, εγώ
δε απεσιώπησα το σÏ
μβεβηκός, όπερ, μολονότι είχα ίδει εναργώς,
εθεώροÏ
ν ως προϊόν φαντασίας εξημμένης, ης την νοσηράν ενέργειαν
επέτεινον οι τρόμοι της σÏ
ζύγοÏ
μοÏ
, το όπιον και η

Last Page Next Page

Text Comparison with Ιστορίες αλλόκοτες

Page 5
Και εν παρενθέσει, δεν είναι παράξενον πράγμα μεταξύ των άλλων να φωλιάση μια τέτοια τρέλλα εις τον εγκέφαλον των τρελλών; Είναι ζήτημα αν εις όλα τα φρενοκομεία της Γαλλίας δύνασθε να ÏƒÏ Î½Î±Î½Ï„Î®ÏƒÎµÏ„Îµ ένα τρελλόν θεωρούντα ÎµÎ±Ï Ï„ÏŒÎ½ τσαγιέραν.
Page 10
— Î‘Ï Ï„Î® η αξιαγάπητος ÎºÏ ÏÎ¯Î±, είπα χαμηλοφώνως προς τον κ.
Page 11
Ποίος είναι ούτος λοιπόν; — Μάλιστα, απήντησεν, Ï Ï€Î®ÏÏ‡Î¿Î½ ενίοτε αληθείς ÎºÎ¯Î½Î´Ï Î½Î¿Î¹.
Page 12
— Ω! το Ï€Î±ÏÎ±Ï†Î¿Ï ÏƒÎºÏŽÎ½ÎµÏ„Îµ! Ποτέ Î¼Î¿Ï Î´ÎµÎ½ Î®ÎºÎ¿Ï ÏƒÎ± μίαν τόσον απίθανον ιστορίαν.
Page 17
Έμεινα ξαπλωμένος χωρίς να κινηθώ και έθεσα εις ενέργειαν όλας τας Î´Ï Î½Î¬Î¼ÎµÎ¹Ï‚ Ï„Î¿Ï Î½Î¿Ï Î¼Î¿Ï .
Page 18
Διά τα Î¼Ï€Î¿Ï Î½Ï„ÏÎ¿ÏÎ¼Î¹Î± Î±Ï Ï„Î¬ ελέγοντο πολλά παράδοξα, τα οποία εθεώρησα πάντοτε ως Î¼ÏÎ¸Î¿Ï Ï‚, αλλά τόσον Ï€Î±ÏÎ±Î´ÏŒÎ¾Î¿Ï Ï‚ και τόσον φοβερούς, ώστε να Ï„Î¿Ï Ï‚ επαναλαμβάνω χαμηλοφώνως.
Page 25
Χωρίς ν' αργήσω, με την Î½ÎµÏ ÏÏŽÎ´Î· ενέργειαν της απελπισίας, ήρχισα να επιχειρώ την πραγμάτωσιν.
Page 30
Αλλ' όσον αερώδες και αν είναι το φόρεμα Î±Ï Ï„ÏŒ, τίποτε δεν ταράσσει τας Ï€Ï„Ï Ï‡Î¬Ï‚ Ï„Î¿Ï , και επαναπίπτει πέριξ της ακίνητον, όπως η βαρεία μαρμάρινη εσθίς της αρχαίας Νιόβης.
Page 33
Οι αρχιτέκτονες πολύ ολίγον απησχολήθησαν με ό,τι καλείται εις την τεχνικήν διάλεκτον διακοσμητική ενότης, η οποία δεν είχεν εδώ τον ακριβή χαρακτήρα Î¿Ï Î´ÎµÎ¼Î¹Î¬Ï‚ εθνικότητος.
Page 35
Η Αφροδίτη με το λεπτό κεφαλάκι και με τα Ï‡ÏÏ ÏƒÎ¬ μαλλιά.
Page 39
Ποίος γνωρίζει τα Î¼Ï ÏƒÏ„Î®ÏÎ¹Î± της θε- λήσεως και την δύναμίν της; Î‘Ï Ï„ÏŒÏ‚ ο Θεός δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία με- γάλη θέλησις, η οποία επιβάλλεται επί παντός πράγματος διά μόνης της εντά- σεώς της.
Page 42
Αλλά και αύτη, προς μεγάλην Î¼Î¿Ï Î­ÎºÏ€Î»Î·Î¾Î¹Î½, πάσαν προσπάθειαν κατέβαλλεν, όπως αποσοβήση τον θάνατον· Ï Ï€Î­Î¸ÎµÏ„Î±, κρίνων τούτο εκ Ï„Î¿Ï Ï‡Î±ÏÎ±ÎºÏ„Î®ÏÎ¿Ï‚ της, ότι ήθελεν Ï Ï€Î¿Î´ÎµÏ‡Î¸Î® Î±Ï Ï„ÏŒÎ½ απαθώς, αλλ' ηπατήθην.
Page 43
— Ω! Θεέ! ανέκραξε μετά Ï„Î¿Ï Ï‚ ÏƒÏ„Î¯Ï‡Î¿Ï Ï‚ Ï„Î¿ÏÏ„Î¿Ï Ï‚ η Λίγεια, στηριζομένη επί των ποδών της και Ï„ÎµÎ¯Î½Î¿Ï ÏƒÎ± σπασμωδικώς Ï„Î¿Ï Ï‚ βραχίονας προς τον Î¿Ï ÏÎ±Î½ÏŒÎ½Â· δεν θα ηττηθή.
Page 56
Αλλά, όπως και άλλοτε είπα, ÏƒÏ Î¼Î²Î±Î¯Î½ÎµÎ¹ ενενήκοντα φοράς τοις εκατόν οι γελωτοποιοί να είναι Ï€Ï Î³Î¼Î±Î¯Î¿Î¹, ÏƒÏ„ÏÎ¿Î³Î³Ï Î»Î¿Î¯ και ογκώδεις, και ως εκ Ï„Î¿ÏÏ„Î¿Ï Î´Î¹Î¬ τον ιδικόν μας βασιληά ήτο μοναδική ÎµÏ ÎºÎ±Î¹ÏÎ¯Î± να ÎµÏ Ï‡Î±ÏÎ¹ÏƒÏ„Î®Ï„Î±Î¹ να έχη ως Χοπ-Φρωγκ (το όνομα Ï„Î¿Ï Ï„ÏÎµÎ»Î»Î¿Ï) ένα τριπλούν Î¸Î·ÏƒÎ±Ï ÏÏŒÎ½ εις ένα και μόνον πρόσωπον.
Page 62
Το πολύ σε ένα Î´ÎµÏ Ï„ÎµÏÏŒÎ»ÎµÏ€Ï„Î¿Î½ οι οκτώ Î¿Ï ÏÎ±Î³Î³Î¿Ï Ï„Î¬Î³ÎºÎ¿Î¹ εκαίοντο σκληρά μέσα εις τας ÎºÏÎ±Ï Î³Î¬Ï‚ Ï„Î¿Ï .
Page 65
Όλαι αι προσπάθειαι είναι μάταιαι, διότι ο θάνατος προσεγγίζει, επέρασεν από εμπρός Ï„Î¿Ï Î¼Îµ την μαύρην Ï„Î¿Ï ÏƒÎºÎ¹Î¬Î½, με την οποίαν καλύπτει το θύμα Ï„Î¿Ï .
Page 69
Ο ζωντανός ενταφιασμός είναι αναντιρρήτως η τρομερωτέρα αγωνία όλως εκείνων, εις ας ο άνθρωπος είναι εκτεθειμένος, και τούτο διά τον λόγον ότι είναι θνητός.
Page 76
Όταν τα δύσμορφα σκότη ÎµÎºÎ¬Î»Ï Ï€Ï„Î±Î½ την γην, φοβούμενος εις κάθε μίαν σκέψιν Î¼Î¿Ï Î±Ï€ÏŒ ταύτας έτρεμα, έτρεμα σαν τα Ï€Î¿ÏÏ€Î¿Ï Î»Î± Ï€Î¿Ï Ï„ÏÎ­Î¼Î¿Ï Î½ επάνω εις τα κοράκια.
Page 77
Και από το βάθος των απείρων τάφων, ιδού ότι ανέβαινεν από τα σάβανα μελαγχολική ψύχρα.
Page 79
Είναι ανωφελές να περιγράψω τα κρεββάτια ενός.