Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 41

ομιλεί ο
λόρδος Βερούλαμ. Ήσαν σχιστοί, ως οι εÏ
μορφότεροι οφθαλμοί
δορκάδος, εν στιγμαίς δε εξαιρετικής ζωηρότητος της Λιγείας, το
γνώρισμά των τούτο με εξέπληττε παραδόξως, και παρίστατο αύτη τότε
εν τη εξημμένη φαντασία μοÏ
ως η ακτινοβόλος ΟÏ
ρί των Μωαμεθανών.
Αι κόραι των οφθαλμών ήσαν λαμπρόταται και μαύραι, σκιαζόμεναι Ï
πό
μακρών μαύρων βλεφαρίδων, τοÏ
αÏ
τού δε χρώματος ήσαν και αι ολίγον
ακανόνιστοι αÏ
τής οφρύς· αλλά το παράδοξον το ενÏ
πάρχον εντός των
οφθαλμών τούτων δεν είχε ποσώς σχέσιν προς το σχήμα των, το χρώμα
ή την λάμψιν, αποδίδω δε αÏ
τό εξάπαντος εις την έκφρασιν. Α! πόσον
η λέξις αύτη είναι κενή εννοίας! Είναι απλούς ήχος, εÏ
ρεία
έκτασις, εν ή καταφεύγει όλη ημών η περί αΰλοÏ
άγνοια, Επί πόσας
μακράς ώρας παρεδιδόμην εις μελέτας επί των ομμάτων εκείνων, και
ποσάκις, επί ολόκληρον θερινήν νύκτα, προσεπάθοÏ
ν να τοÏ
ς
διερεÏ
νήσω. Αι κόραι εκείναι έκρÏ
πτόν τι εις το βάθος των,
αόριστον . . . . και αÏ
τού τοÏ
φρέατος τοÏ
ΔημοκρίτοÏ
βαθύτερον,
και μετά πάθοÏ
ς είχα επιδοθή εις την ανακάλÏ
ψίν τοÏ
. Οι οφθαλμοί
της τέλος είχον καταστή δι' εμέ οι δίδÏ
μοι αστέρες της Λήδας, και
εγώ ο ενθερμότερος αÏ
τών αστρολόγος.

Μεταξύ των πολλών ανωμάλων παθημάτων της ψÏ
χής είναι και έν, εις
άκρον καταπληκτικόν: Πολλάκις, προσπαθούντες ν' αναπολήσωμεν κάτι
από πολλού λησμονηθέν, εÏ
ρισκόμεθα επ' αÏ
τού τοÏ
χείλοÏ
ς της
μνήμης, χωρίς εν τούτοις να δÏ
νάμεθα να το ενθÏ
μηθώμεν. Το αÏ
τό
σÏ
νέβαινε και εις εμέ, ότε ανέλÏ
α τοÏ
ς οφθαλμούς της Λιγείας· μοι
εφαίνετο ότι προσήγγιζα εις την πλήρη κατανόησιν της εκφράσεώς
των, και όμως δεν ηδÏ
νάμην να γίνω κύριος αÏ
τής, επί τέλοÏ
ς δε την
απώλεσα ολοτελώς! Κατά ποίον δε παράδοξον μÏ
στήριον ανεκάλÏ
πτα
εκφράσεις αναλόγοÏ
ς προς αÏ
τήν και επί των κοινοτέρων ακόμη
αντικειμένων τοÏ
εξωτερικού κόσμοÏ
, ως και αίσθημά τι ανάλογον
προς το Ï
π' αÏ
τής προξενούμενον, το οποίον επίσης δεν ηδÏ
νάμην να
ορίσω ή αντιληφθώ σαφώς. Ανεύρισκα επί παραδείγματι τούτο εις την
εντύπωσιν, ην μοι προÏ
ξένει άμπελος ταχέως αÏ
ξανομένη, χρÏ
σαλλίς
ιπταμένη, φάλαινα, ή ορμητικός χείμαρρος· το ανεύρισκα εις την
θέαν τοÏ
Ωκεανού, τοÏ
πίπτοντος μετεώροÏ
, και αÏ
τού τοÏ
βλέμματος
Ï
περγήρων ατόμων, και εν τη διά τηλεσκοπίοÏ
θέα δύο αστέρων, και
προ πάντων τοÏ
ενός εξ αÏ
τών, έκτοÏ
μεγέθοÏ
ς, διπλού και
μεταβλητού την λάμψιν, εÏ
ρισκομένοÏ
παρά τον μέγαν αστέρα της
Λήδας· επίσης εν τοις ήχοις εγχόρδων τινών οργάνων, και τέλος εν
ταις περικοπαίς των αναγνώσεών μοÏ
· ενθÏ
μούμαι μάλιστα χωρίον τι
τοÏ
Γλάνβιλ, όπερ μοι είχε προξενήσει ιδιάζοÏ
σαν εντύπωσιν και
όπερ πάντοτε, ένεκα τοÏ
ιδιορρύθμοÏ
τοÏ
ίσως, παρήγεν εν εμοί το
αÏ
τό αίσθημα. «Και παραμένει εκεί αθάνατος η βούλησις, αλλ' οÏ
δείς
γνωρίζει τα μÏ
στήριά της, όπως την ισχύν αÏ
τής. Ο θεός είνε μεγάλη
βούλησις, εισδύοÏ
σα πανταχού, ο δε άνθρωπος, ως εκ της αδÏ
ναμίας
της βοÏ
λήσεώς τοÏ
, Ï
ποτάσσεται εις τα πνεύματα και παραδίδεται
καθ' ολοκληρίαν εις τον

Last Page Next Page

Text Comparison with Ιστορίες αλλόκοτες

Page 13
.
Page 19
Τέλος ÎµÎ²Ï Î¸Î¯ÏƒÎ¸Î· εις τα νερά με ένα θλιβερόν πάταγον, Î±ÎºÎ¿Î»Î¿Ï Î¸Î¿ÏÎ¼ÎµÎ½Î¿Ï‚ από φοβερούς Î®Ï‡Î¿Ï Ï‚.
Page 22
είδα κινούμενον.
Page 25
Η κανονική κίνησις Ï„Î¿Ï ÎµÎºÎºÏÎµÎ¼Î¿ÏÏ‚ δεν Ï„Î¿Ï Ï‚ ηνώχλει και πολύ.
Page 26
Τα χρώματα Î±Ï Ï„Î¬ προσέλαβον αίφνης και ÎµÎ¾Î·ÎºÎ¿Î»Î¿ÏÎ¸Î¿Ï Î½ να Î»Î±Î¼Î²Î¬Î½Î¿Ï Î½ επί μάλλον και μάλλον μίαν λάμψιν Î¹ÏƒÏ‡Ï ÏÎ¬Ï‚ εντάσεως, η οποία έδιδεν εις τα Ï„ÎµÏÎ±Ï„Î¿Ï ÏÎ³Î®Î¼Î±Ï„Î± Î±Ï Ï„Î¬ όψεις και μορφάς, ικανάς να Ï†ÏÎ¯Î¾Î¿Ï Î½ νεύρα Î¹ÏƒÏ‡Ï ÏÏŒÏ„ÎµÏÎ± των ιδικών Î¼Î¿Ï .
Page 37
.
Page 42
Πόσον η μοναδική αύτη Î¹Î´Î¹Î¿Ï†Ï Î¯Î± της φύσεως της ÏƒÏ Î¶ÏÎ³Î¿Ï Î¼Î¿Ï Ï„ÏŽÏÎ± ιδίως έχει καταπλήξει και Ï Ï€Î¿Ï„Î¬Î¾ÎµÎ¹ την προσοχήν Î¼Î¿Ï .
Page 45
ÎŸÏ Î´ÏŒÎ»Ï‰Ï‚ αμφέβαλλον ότι η ÏƒÏÎ¶Ï Î³ÏŒÏ‚ Î¼Î¿Ï Î¡Î¿Î²Î­Î½Î± εφοβείτο το άγριον ύφος Î¼Î¿Ï , ότι με Î±Ï€Î­Ï†ÎµÏ Î³Îµ και ελαχίστην έτρεφε προς με αγάπην, αλλά τούτο με Î·Ï Ï‡Î±ÏÎ¯ÏƒÏ„ÎµÎ¹.
Page 46
Αλλ' ενώ διηρχόμην Ï Ï€ÏŒ το φως Ï„Î¿Ï Î»Î±Î¼Ï€Ï„Î®ÏÎ¿Ï‚ εξεπλάγην ένεκα δύο αλλοκότων περιστατικών· ησθάνθην δηλαδή εγγίζον με ψηλαφητόν τι ελαφρώς αλλ' αόρατον ον, και Ï„Î±Ï Ï„Î¿Ï‡ÏÏŒÎ½Ï‰Ï‚ είδα επί Ï„Î¿Ï Ï„Î¬Ï€Î·Ï„Î¿Ï‚, ακριβώς επ' Î±Ï Ï„Î¿Ï Ï„Î¿Ï ÎºÎ­Î½Ï„ÏÎ¿Ï Ï„Î¿Ï Ï†Î±ÎµÎ¹Î½Î¿Ï ÎºÏÎºÎ»Î¿Ï , ον διέγραφεν επί Ï„Î¿ÏÏ„Î¿Ï Ï„Î¿ φως Ï„Î¿Ï Î»Î±Î¼Ï€Ï„Î®ÏÎ¿Ï‚, ασθενή και αόριστον σκιάν, Ï‰ÏÎ±Î¹Î¿Ï„Î¬Ï„Î¿Ï Ï„ÏÏ€Î¿Ï , την οποίαν μόνον ως σκιάς σκιάν ηδύνατό τις να εκλάβη.
Page 48
Αφ' ικανής ήδη ώρας εκοιτόμην ακίνητος επί Ï„Î¿Ï ÏƒÎ¿Ï†Î¬, καταβιβρωσκόμενος Ï Ï€ÏŒ των σφοδροτέρων ÏƒÏ Î³ÎºÎ¹Î½Î®ÏƒÎµÏ‰Î½, η ελαχίστη των οποίων ήτο Ï Ï€Î­ÏÏ„Î±Ï„Î¿Ï‚ τρόμος.
Page 60
Την εποχήν Î±Ï Ï„Î®Î½ τα περί Î¿Ï Î¿ λόγος ζώα ήσαν ολίγον γνωστά εις τα διάφορα μέρη Ï„Î¿Ï Ï€ÎµÏ€Î¿Î»Î¹Ï„Î¹ÏƒÎ¼Î­Î½Î¿Ï ÎºÏŒÏƒÎ¼Î¿Ï ÎºÎ±Î¹ Ï†Ï ÏƒÎ¹ÎºÎ¬, αφού ο νάνος θα Ï„Î¿Ï Ï‚ έδινε μίαν όψιν αρκετά κτηνώδη και πολύ Î´Ï ÏƒÎµÎ¹Î´Î®, ο νάνος εθεωρείτο απηλλαγμένος από τα καθήκοντα της πιστής απεικονίσεως εκ Ï„Î¿Ï Ï†Ï ÏƒÎ¹ÎºÎ¿Ï.
Page 62
Όλοι οι Ï€Î±ÏÎµÏ ÏÎ¹ÏƒÎºÏŒÎ¼ÎµÎ½Î¿Î¹ ÎµÎ¸Î¿ÏÏ Î²Î®Î¸Î·ÏƒÎ±Î½ τόσον πολύ από την ανάβασιν, ώστε επεκράτησε νεκρική σιγή, η οποία διήρκεσε ένα λεπτόν Ï€ÎµÏÎ¯Ï€Î¿Ï .
Page 67
Είχα πονοκέφαλον και εφανταζόμην ότι Î®ÎºÎ¿Ï Î± ένα ήχον εις τα Î±Ï Ï„Î¹Î¬ Î¼Î¿Ï .
Page 68
Ήτο περισσότερον Ï Ï€Î¿Ï†ÎµÏÏ„Î® από το σκώμμα Î±Ï Ï„ÏŒ! Δεν ήτο Î´Ï Î½Î±Ï„ÏŒÎ½ να Ï Ï€Î¿Ï†Î­ÏÏ‰ επί μακρότερον την Ï Ï€Î¿ÎºÏÎ¹ÏƒÎ¯Î±Î½ των γελοίων Î±Ï Ï„ÏŽÎ½.
Page 70
Ήταν ο σκελετός της Î³Ï Î½Î±Î¹ÎºÏŒÏ‚ Ï„Î¿Ï Î¼Îµ το σάβανον ανέπαφον.
Page 73
Μεταξύ των κοιμητηρίων, Î¿Ï€Î¿Ï Î´Î®Ï€Î¿Ï„Îµ και οιασδήποτε εκτάσεως, δεν Ï Ï€Î¬ÏÏ‡ÎµÎ¹ Î¿Ï Î´Î­ εν — ας μεταχειρισθώμεν Î±Ï Ï„Î®Î½ την έκφρασιν, — ÏŒÏ€Î¿Ï Î´ÎµÎ½ εύρον σκελετούς εμβάλλοντας τας μεγαλειτέρας Ï Ï€Î¿Î½Î¿Î¯Î±Ï‚.
Page 74
Κάποτε ο ασθενής μένει επί μίαν μόνην ημέραν, ή επί μίαν μικράν περίοδον, εις ένα είδος μεγάλης ληθαργίας.
Page 76
.
Page 79
Το ÏƒÏ Î¼Ï€Î­ÏÎ±ÏƒÎ¼Î± επεβάλλετο: δεν ήμην εις το Ï Ï€ÏŒÎ³ÎµÎ¹ÏŒÎ½ Î¼Î¿Ï .
Page 81
Ένας αφηρημένος επλησίασε κατά τύχην ένα φανόν και η πίσσα επήρε φωτιά· σε μια στιγμή όλοι ÎµÏ ÏÎ­Î¸Î·ÏƒÎ±Î½ εις τας φλόγας.