Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 4

πάρκο και τας
σέρρας τοÏ
κτήματός τοÏ
.

— Δεν δύναμαι, είπε, να σας δείξω τοÏ
ς ασθενείς. Αρκεί να είναι
κανείς ολίγον εÏ
ερέθιστος, ώστε τοιούτοÏ
είδοÏ
ς εκθέσεις να
καθίστανται απεχθείς εις αÏ
τόν, δεν θέλω δε κατ' αÏ
τόν τον τρόπον
να σας κόψω την όρεξιν προ τοÏ
φαγητού. Διότι θα γεÏ
ματίσετε μαζί
μοÏ
. Θα σας προσφέρω μοσχαράκι με κοÏ
νοÏ
πίδια και με πÏ
κνήν
σάλτσαν, καθώς και ένα ποτήρι κρασί Clos-Vougeot. Αι, τότε τα
νεύρα σας θα έχοÏ
ν όλην την δÏ
νατήν ισορροπίαν.

Την έκτην ώραν ανηγγέλθη το γεύμα. Ο αμφιτρύων μοÏ
με ωδήγησεν εις
μίαν μεγάλην τραπεζαρίαν, όποÏ
ήτο σÏ
γκεντρωμένη μία μεγάλη
σÏ
ντροφιά από 20 — 30 πρόσωπα εν όλω. Ήσαν άνθρωποι περιωπής, όπως
μοÏ
εφάνη, και βεβαίως καλής ανατροφής, αν και η περιβολή των
εφαίνετο Ï
περβολικού πλούτοÏ
, πολÏ
τελείας και αρχαϊκής
μεγαλοπρεπείας. Παρετήρησα ότι τοÏ
λάχιστον τα δύο τρίτα των
σÏ
νδαιτÏ
μόνων ήσαν κÏ
ρίαι, μεταξύ των οποίων περισσότεραι της μιας
πολύ απείχον να είναι ενδεδÏ
μέναι κατά την τελεÏ
ταίαν παρισινήν
μόδαν. Πλείσται κÏ
ρίαι, παραδείγματος χάριν, αι οποίαι επέρασαν τα
70 έτη, επεδείκνÏ
ον μεγάλην ποσότητα κοσμημάτων, δακτÏ
λιδίων,
βραχιολίων και ενωτίων, άφιναν δε τα στήθη των και τοÏ
ς βραχίονας
αÏ
θαδώς γÏ
μνούς. Παρετήρησα επίσης ότι αι τοÏ
αλέτται των δεν ήσαν
επιτÏ
χημένοι, ή το ολιγώτερον αι περισσότεραι από αÏ
τάς δεν ήσαν
εν αναλογία με τα πρόσωπα ποÏ
τας εφόροÏ
ν.

Στρέψας το βλέμμα μοÏ
πέριξ ανεγνώρισα την νεαράν κÏ
ρίαν την τόσον
θελκτικήν, με την οποίαν ο κ. Μαγιάρ με εγνώρισεν εις το μικρόν
εντεÏ
κτήριον. Αλλ' εξεπλάγην πολύ όταν την είδα φέροÏ
σαν φόρεμα
τοÏ
18 αιώνος, Ï
ποδήματα με Ï
ψηλά τακούνια και ένα κάλÏ
μμα της
κεφαλής από ταντέλλας των ΒρÏ
ξελλών πολύ ρÏ
παρόν και το οποίον
Ï
περβαλλόντως μεγάλο επεμήκÏ
νε κωμικώς την κεφαλήν της. Όταν την
είδα το πρώτον έφερε βαρύ πένθος, το οποίον της επήγαινε καλύτερα.

Με μίαν λέξιν εις το ντύσιμο όλοÏ
αÏ
τού τοÏ
κόσμοÏ
διεκρίνετο μία
τοιαύτη τάσις εκκεντρικότητος, ώστε επανήλθον εις τας πρώτας ιδέας
επί τοÏ
περιφήμοÏ
σÏ
στήματος της πραότητος και ηρώτων εμαÏ
τόν
μήπως ο κ. Μαγιάρ ήθελε να με κοροϊδεύση, όπως μοÏ
αφαιρέση την
δÏ
σάρεστον εντύπωσιν, την οποίαν θα μοÏ
επροξένει ένα γεύμα με
τρελλούς. Αλλ' ενεθÏ
μήθην ότι εις ΠαρισίοÏ
ς μοÏ
ωμίλησαν διά την
ασÏ
νήθη εκκεντρικότητα των μεσημβρινών, δι' ό και μοÏ
ήρκεσε ν'
ανταλλάξω ολίγας λέξεις μέ τινας σÏ
νδαιτÏ
μόνας, διά να ίδω τοÏ
ς
φόβοÏ
ς μοÏ
ς εξαλειφομένοÏ
ς τελείως.

ΑÏ
τή η τραπεζαρία, η οποία αρχιτεκτονικώς δεν ήτο κακή, εστερείτο
κομψότητος. Επί παραδείγματι το παρκέττο δεν είχε τάπητας, τα
παράθÏ
ρα δεν είχον παραπετάσματα, τα εξώφÏ
λλα ήσαν ερμητικώς
κλεισμένα διά σιδηρών ράβδων, όπως τα των εμπορικών καταστημάτων.
Παρετήρησα ότι η τραπεζαρία απετέλει μόνη της άλλοτε την μίαν
πτέρÏ
γα της επαύλεως και τούτο διότι αι τρεις πλεÏ
ραί τοÏ

παραλληλογράμμοÏ
εστερούντο παραθύρων, μόνον δε επί της τετάρτης
πλεÏ
ράς εÏ
ρίσκετο η θύρα. Εν σÏ
νόλω δεν Ï
πήρχον ολιγώτερα των δέκα
παραθύρων.

Η τράπεζα ήτο μεγαλοπρεπώς

Last Page Next Page

Text Comparison with The Fall of the House of Usher

Page 0
.
Page 1
It was the manner in which all this, and much more, was said--it was the apparent heart that went with his request--which allowed me no room for hesitation; and I accordingly obeyed forthwith what I still considered a very singular summons.
Page 2
A valet, of stealthy step, thence conducted me, in silence, through many dark and intricate passages in my progress to the studio of his master.
Page 3
Upon my entrance, Usher rose from a sofa on which he had been lying at full length, and greeted me with a vivacious warmth which had much in it, I at first thought, of an overdone cordiality--of the constrained effort of the ennuye man of the world.
Page 4
The silken hair, too, had been suffered to grow all unheeded, and as, in its wild gossamer texture, it floated rather than fell about the face, I could not, even with effort, connect its Arabesque expression with any idea of simple humanity.
Page 5
I have, indeed, no abhorrence of danger, except in its absolute effect--in terror.
Page 6
An excited and highly distempered ideality threw a sulphureous lustre over all.
Page 7
By the utter simplicity, by the nakedness of his designs, he arrested and overawed attention.
Page 8
In the monarch Thought's dominion-- It stood there! Never seraph spread a pinion Over fabric half so fair.
Page 9
But evil things, in robes of sorrow, Assailed the monarch's high estate; (Ah,.
Page 10
I lack words to express the full extent, or the earnest abandon of his persuasion.
Page 11
The conditions of the sentience had been here, he imagined, fulfilled in the method of collocation of these stones--in the order of their arrangement, as well as in that of the many fungi which overspread them, and of the decayed trees which stood around--above all, in the long undisturbed endurance of this arrangement, and in its reduplication in the still waters of the tarn.
Page 12
It had been used, apparently, in remote feudal times, for the worst purposes of a donjon-keep, and, in later days, as a place of deposit for powder, or some other highly combustible substance, as a portion of its floor, and the whole interior of a long archway through which we reached it, were carefully sheathed with copper.
Page 13
His ordinary manner had vanished.
Page 14
"And you have not seen it?" he said abruptly, after having stared about him for some moments in silence--"you have not then seen it?--but, stay! you shall.
Page 15
I had arrived at that well-known portion of the story where Ethelred, the hero of the Trist, having sought in vain for peaceable admission into the dwelling of the hermit, proceeds to make good an entrance by force.
Page 16
stead thereof, a dragon of a scaly and prodigious demeanour, and of a fiery tongue, which sate in guard before a palace of gold, with a floor of silver; and upon the wall there hung a shield of shining brass with this legend enwritten-- Who entereth herein, a conquerer hath bin; Who slayeth the dragon, the shield he shall win; and Ethelred uplifted his mace, and struck upon the head of the dragon, which fell before him, and gave up his pesty breath, with a shriek so horrid and harsh, and withal so piercing, that Ethelred had fain to close his ears with his hands against the dreadful noise of it, the like whereof was never before heard.
Page 17
" No sooner had these syllables passed my lips, than--as if a shield of brass had indeed, at the moment, fallen heavily upon a floor of silver--I became aware of a distinct, hollow, metallic, and clangorous, yet apparently muffled reverberation.
Page 18
For a moment she remained trembling and reeling to and fro upon the threshold,--then, with a low moaning cry, fell heavily inward upon the person of her brother, and in her violent and now final death-agonies, bore him to the floor a corpse, and a victim to the terrors he had anticipated.