Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 38

διεÏ
θύνων το ισχÏ
ρόν φως μιας λάμπας προς έν των βαρÏ
τίμων
ετροÏ
σκικών αγγείων, ο ρεμβασμός, ιδού ο κύριος σκοπός τοÏ
βίοÏ

μοÏ
. Καθώς βλέπετε δε, επίτηδες διεσκεύασα έν αναχωρητήριον
κατάλληλον διά τον ρεμβασμόν μοÏ
. Μέσα στην καρδιά της Βενετίας
ημπορούσα να διασκεÏ
άσω ένα πλέον χαριτωμένον από αÏ
τό; Είναι
αληθές, ότι αποτελεί τούτο έν ανακάτωμα όλων των αρχιτεκτονικών
ρÏ
θμών και κοσμημάτων. Η αγνότης τοÏ
Ιωνικού ρÏ
θμού σÏ
γκρούεται
προς τα πανάρχαια ταύτα έργα και αι αιγÏ
πτιακαί αύται σφίγγες
φαίνονται ως ξένοι κόσμοι μέσα σ' αÏ
τούς τοÏ
ς χρÏ
σούς τάπητας.
Μόνον όμως οι άκροι σχολαστικοί θα κακίσοÏ
ν το ανακατωμένον αÏ
τό
της επιπλώσεως. Η ενότης της προελεύσεως και προ παντός η ενότης
τοÏ
χρόνοÏ
τρομάζοÏ
ν τον άνθρωπον και τον αποτρέποÏ
ν από της
πραγματικής μεγαλοπρεπείας. Άλλοτε και εγώ είχα αÏ
τάς τας ιδέας,
αλλά τας απέβαλα ταχέως, διότι αποτελούσιν αύται το άκρον άωτον
της τρέλλας. Ό,τι εÏ
ρίσκεται ενταύθα είναι προσηρμοσμένον τελείως
προς τας ιδικάς μοÏ
περί τέχνης ιδέας. Το πνεύμα, παρόμοιον προς
τα μαÏ
ριτανικά ταύτα θÏ
μιατήρια, σÏ
στρέφεται εν μέσω των φλογών
και το παράδοξον της διακοσμήσεως ταύτης σÏ
ντελεί εις το να μοÏ

παρασκεÏ
άση τελειότερον την πλήρη ατμοσφαίραν των ονειροπολήσεων,
των ονείρων, προς τα οποία θα ταξιδεύσω πολύ ταχέως».

Αλλ' ενώ έλεγε ταύτα εσταμάτησεν αιφνιδίως, αφήκε την κεφαλήν τοÏ

να καταπέση και εφάνη ως να ήθελε ν' ακούση ένα κρότον τον οποίον
δεν ηδÏ
νάμην εγώ ν' ακούσω.

Είτα ανετινάχθη, παρετήρησε δεξιά και αριστερά και εψιθύρισε τοÏ
ς
στίχοÏ
ς τοÏ
ΕπισκόποÏ
τοÏ
Τσιστέστερ:

«Εκεί κάτω θα με περιμένης! Θα σπεύσω να σε ανεύρω εις την βαθείαν
αÏ
τήν κοιλάδα».

Μετά μίαν στιγμήν, ως να είχε ζαλισθή από το κρασί, επανέπεσε
βαρύς επί τοÏ
ανακλίντροÏ
.

Βήματα γοργά ηκολούθησαν εις την κλίμακα, σÏ
νοδεÏ
θέντα από ένα
κτύπημα εις την θύραν. Αμέσως δ' ηνοίχθη αύτη και Ï
πηρέτης τοÏ

μεγάροÏ
Μεντόνι ωρμήσας εψέλλισε με φωνήν πνιγομένην από την
σÏ
γκίνησιν τας ασÏ
ναρτήτοÏ
ς ταύτας λέξεις:

— Η κÏ
ρία μοÏ
! η κÏ
ρία μοÏ
! Δηλητηριασμένη, φαρμακωμένη! Ω!
ωραία, ωραία Αφροδίτη!

Έκφρων, έτρεξα προς τον καναπέν και προσεπάθησα να εξÏ
πνήσω τον
κοιμώμενόν διά να τοÏ
ανακοινώσω την τρομεράν είδησιν. Τα μέλη τοÏ

όμως ήσαν ξÏ
λιασμένα, τα χείλη τοÏ
πελιδνά . . . τα λαμποκοπούντα
άλλοτε μάτια ήσαν &σβÏ
σμένα από τον Θάνατον.&

Ωπισθοχώρησα, κλονιζόμενος, προς την τράπεζαν. Η χειρ μοÏ
τότε
σκούντησε ένα σπασμένο και μαÏ
ρισμένο ποτήρι και αιφνιδίως
ολόκληρος η τρομερά αλήθεια έλαμψε προ των οφθαλμών μοÏ
.



Λ ί γ ε ι α



. . . «Και στο βάθος εÏ
ρίσκεται η
θέλησις, η οποία οÏ
δέποτε

Last Page Next Page

Text Comparison with The Raven

Page 0
"'Tis some visitor," I muttered, "tapping at my chamber door-- Only this and nothing more.
Page 1
into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing, Doubting, dreaming dreams no mortals ever dared to dream before; But the silence was unbroken, and the stillness gave no token, And the only word there spoken was the whispered word, "Lenore?" This I whispered, and an echo murmured back the word, "Lenore!"-- Merely this and nothing more.
Page 2
Quoth the Raven, "Nevermore.
Page 3
" "Prophet!" said I, "thing of evil!--prophet still, if bird or devil!-- Whether Tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore, Desolate, yet all undaunted, on this desert land enchanted-- On this home by Horror haunted--tell me truly, I implore-- Is there--_is_ there balm in Gilead?--tell me--tell me, I implore!" Quoth the Raven, "Nevermore.
Page 4
" And the Raven, never flitting, still is sitting, still is sitting On the pallid bust of Pallas just above my chamber door; And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming And the lamp-light o'er him streaming throws his shadows on the floor; And my soul from out that shadow that lies floating on the floor Shall be lifted--nevermore!.