Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 37

εν Λονδίνω την Μαρκησίαν Μεντόνι,
ήτις είχε διαμείνει επί πολλά έτη εκεί προ τοÏ
γάμοÏ
της, αÏ
τός δε
μ' απήντησεν ότι οÏ
δέποτε επεσκέφθη την πρωτεύοÏ
σαν της Μεγάλης
Βρεττανίας. Επί πλέον, προσθέτω ότι ήκοÏ
σα να λέγεται πολλάκις
(χωρίς να το πιστεύσω, τόσον το πράγμα μοÏ
εφαίνετο απίθανον), ότι
ο ήρως της ιστορίας μοÏ
όχι μόνον εκ καταγωγής, αλλά και εξ
ανατροφής ήτο &Άγγλος&.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

— Ιδού μία εικών, την οποίαν δεν είδατε ακόμη, μοÏ
λέγει, χωρίς
να παρατηρήση ότι εγώ εφÏ
λλολόγησα την τραγωδίαν. Υπεγείρων δε ένα
παραπέτασμα μοÏ
επέδειξε μίαν εικόνα της Μαρκησίας Αφροδίτης.

ΟÏ
δέποτε η ανθρωπίνη τέχνη, προκειμένοÏ
ν' αναπαραστήση μίαν
Ï
περάνθρωπον καλλονήν, παρήγαγε ποτε τελειότερον καλλιτέχνημα.

Το αιθέριον πλάσμα, το οποίον μοÏ
ενεφανίσθη την προηγοÏ
μένην
νύκτα επί της κλίμακος τοÏ
ΔοÏ
κικού ανακτόροÏ
, το επανέβλεπον
μπροστά μοÏ
. Αλλ' εν τη εκφράσει της φÏ
σιογνωμίας της, της
φωτισμένης διά μειδιαμάτων, επανεύρισκέ τις (ακατανόητον
μÏ
στήριον) την σκιάν εκείνην της μελαγχολίας, η οποία είναι
αχώριστος από το τέλειον κάλλος. Η μαρκησία είχε το δεξί της χέρι
ακοÏ
μβημένο στο στήθος της. Με το αριστερό της έδειχνεν ένα
αγγείον περίεργα ειργασμένον. Από τα μικροσκοπικά της ποδαράκια το
ένα μόνον εφαίνετο, μόλις ακοÏ
μβών επάνω στο πάτωμα.

Το βλέμμα μοÏ
εστράφη από την εικόνα αÏ
τήν προς το πρόσωπον τοÏ

φίλοÏ
μοÏ
και οι στίχοι τοÏ
ΜποÏ
σσύ Δ' Αμπράζ, από Σάπμαν, μοÏ

ήλθαν στο νοÏ
μοÏ
:

Στηλώνεται εκεί
Σαν αρχαίο ρωμαϊκό άγαλμα. Θα μείνη εκεί
Έως ότοÏ
ο θάνατος τον μεταβάλλει σε μάρμαρο.

— Εμπρός! είπε τέλος, στρεφόμενος προς ένα ατόφιο ασημένιο
τραπέζι, επί τοÏ
οποίοÏ
ήσαν τοποθετημένα ποτήρια παραδόξοÏ

χρώματος, καθώς και δύο μεγάλα ετροÏ
σκικά αγγεία ειργασμένα επί
τοÏ
αÏ
τού εκτρόποÏ
Ï
ποδείγματος, το οποίον είδαμεν επί της εικόνος
της Μαρκησίας.

Τα αγγεία αÏ
τά ήσαν πεπληρωμένα, ως μοι εφάνη, με κρασί
Γιοχάνισμπεργ.

— Εμπρός! είπεν αποτόμως. Ας πιούμε. Είναι ενωρίς ακόμη!
Αδιάφορον! Ας πιούμε!

Και έπειτα επρόσθεσε ρεμβώς, ενώ ένα χεροÏ
βείμ ωπλισμένον με ένα
βαρύ χρÏ
σούν ρόπαλον εκτÏ
πούσε, στο διπλανόν δωμάτιον, την πρώτην
μετά την Ανατολήν ώραν.

— Είναι πολύ ενωρίς, αλήθεια! . . . Μα τι μας νοιάζει; Ας πιούμε,
ας χύσωμεν μίαν σπονδήν προς τιμήν τοÏ
μεγαλοπρεπούς ηλίοÏ
ποÏ

επεφάνη και τοÏ
οποίοÏ
την λάμψιν ζητούν να σμικρύνοÏ
ν αÏ
τοί οι
λαμπτήρες.

ΜοÏ
εγέμισε το ποτήρι μοÏ
και ενώ έπινα στην Ï
γείαν τοÏ
, αÏ
τός
κατέβασε πολλά ποτήρια.

— Ο ρεμβασμός, είπε, επαναλαμβάνων την άνεÏ
ειρμού ομιλίαν τοÏ

και

Last Page Next Page

Text Comparison with Selections from Poe

Page 22
There open fanes and gaping graves 30 Yawn level with the luminous waves; But not the riches there that lie In each idol's diamond eye,-- Not the gaily-jewelled dead, Tempt the waters from their bed; 35 For no ripples curl, alas, Along that wilderness of.
Page 29
5 Thy grace, thy more than beauty, Shall be an endless theme of praise, And love--a simple duty.
Page 38
Our talk had been serious and sober, 20 But our thoughts they were palsied and sere, Our memories were treacherous and sere, For we knew not the month was October, And we marked not the night of the year, (Ah, night of all nights in the year!) .
Page 39
25 We noted not the dim lake of Auber (Though once we had journeyed down here), Remembered not the dank tarn of Auber Nor the ghoul-haunted woodland of Weir.
Page 45
And ah! let it never 45 Be foolishly said That my room it is gloomy, And narrow my bed; For man never slept In a different bed: 50 And, _to sleep_, you must slumber In just such a bed.
Page 63
I endeavored to believe that much, if not all, of what I felt was due to the bewildering influence of the gloomy furniture of the room--of the dark and tattered draperies which, tortured into motion by the breath of a rising tempest, swayed fitfully to and fro upon the walls, and rustled uneasily about the decorations of the bed.
Page 68
The radiance was that of the full, setting, and blood-red moon, which now shone vividly through that once barely-discernible fissure, of which I have before spoken as extending from the roof of the building, in a zigzag direction, to the base.
Page 77
I had long been plotting one of those ill-natured pieces of practical wit at his expense in which I had hitherto been so uniformly unsuccessful.
Page 90
" In regard to the depth of the water, I could not see how this could have been ascertained at all in the immediate vicinity of the vortex.
Page 96
We were now in the belt of surf that always surrounds the whirl; and I thought, of course, that another moment would plunge us into the abyss--down which we could only see indistinctly on account of the amazing velocity with which we were borne along.
Page 113
Would you believe it?--he had prepared a huge stick, the other day, with which to chastise me for giving him the slip, and spending the day, _solus_, among.
Page 123
Around the new position a circle, somewhat larger than in the former instance, was now described, and we again set to work with the spades.
Page 125
All was gold of antique date and of great variety: French, Spanish, and German money, with a few English guineas, and some counters, of which we had never seen specimens before.
Page 136
If you will observe the MS.
Page 143
I fancy that I have investigated every nook and corner of the premises in which it is possible that the paper can be concealed.
Page 149
You will now understand what I meant in suggesting that, had the purloined letter been hidden anywhere within the limits of the Prefect's examination--in other words, had the principle of its concealment been comprehended within the principles of the Prefect--its discovery would have been a matter altogether beyond question.
Page 157
Consult Gayley's "Classic Myths.
Page 158
skies: the object of "trod.
Page 161
Perhaps we may think of the tinkling as proceeding from tiny bells.
Page 169
scarabæus caput bominis: man's-head beetle.