Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 33

τόσον πομπωδώς, ποÏ
και εγώ αÏ
τός με
ελαφρότητα διεμαρτÏ
ρόμην διά την Ï
περβολήν. Αλλά από το πρώτον
βλέμμα ποÏ
έρριψα γύρω μοÏ
εθαύμασα, πώς ήτο δÏ
νατόν εν ΕÏ
ρώπη να
Ï
πάρχη περιοÏ
σία ικανή διά να πραγματοποιήση την πριγκηπικήν
μεγαλοπρέπειαν, η οποία ανεπήδα και ήστραπτε πέριξ μοÏ
.

Αν και (όπως το είπα) ο ήλιος είχεν ήδη ανατείλει, η αίθοÏ
σα
εξηκολούθει λαμπρώς φωτιζομένη με τα εσπερινά της φώτα.

Από το γεγονός αÏ
τό και από την κόπωσιν, η οποία ήτο ζωγραφισμένη
εις τα χαρακτηριστικά τοÏ
φίλοÏ
μοÏ
, σÏ
νεπέρανα ότι ούτος δεν
ήγγισε την κλίνην τοÏ
την προηγοÏ
μένην νύκτα.

Η αρχιτεκτονική και ο διάκοσμος της αιθούσης διετράνοÏ
ν την
επιθÏ
μίαν της προκλήσεως θάμβοÏ
ς. Οι αρχιτέκτονες πολύ ολίγον
απησχολήθησαν με ό,τι καλείται εις την τεχνικήν διάλεκτον
διακοσμητική ενότης, η οποία δεν είχεν εδώ τον ακριβή χαρακτήρα
οÏ
δεμιάς εθνικότητος. Το βλέμμα μετέπιπτεν από αντικειμένοÏ
εις
αντικείμενον και δεν προσηλούτο ιδιαιτέρως επί οÏ
δενός, ούτε επί
των γελοιογραφιών των ελλήνων ζωγράφων, ούτε επάνω εις τα ιταλικά
ανάγλÏ
φα της καλής εποχής, ούτε εις τοÏ
ς αιγÏ
πτιακούς κολοσσούς,
μιας ατέχνοÏ
ακόμη τεχνοτροπίας. Από όλας τας πλεÏ
ράς τοÏ

δωματίοÏ
, πλούσια παραπετάσματα ερρίγοÏ
ν Ï
πό την πνοήν μιας
σοβαράς και μελαγχολικής μοÏ
σικής, της οποίας δεν ανεÏ
ρίσκετο η
προέλεÏ
σις. Αι αισθήσεις είχον αποχαÏ
νωθή Ï
πό την επίδρασιν
μίγματος αρωμάτων, κατά το φαινόμενον αντιθέτων και τα οποία
ανεδίδοντο από θÏ
μιατά παραδόξων σχημάτων, οπόθεν ανέβρÏ
ον
σÏ
γχρόνως γλώσσαι από φλόγας πρασίνοÏ
ς ή ιόχροÏ
ς με ανταÏ
γείας
φωτεινάς και ποικιλοχρώμοÏ
ς. Αι ακτίνες τοÏ
ανατέλλοντος ηλίοÏ

διεχύνοντο εις όλην την αίθοÏ
σαν διά μέσοÏ
παραθύρων,
αποτελοÏ
μένων από μονοκόμματον ερÏ
θράν ύαλον. Απαστράπτον
πανταχόθεν και αντανακλώμενον απειράκις από τα παραπετάσματα
χρώματος αργÏ
ρού, τα οποία κατέπιπτον από το ύψος των κορνιζών, το
φÏ
σικόν φως της ημέρας ανεμιγνύετο με τεχνικόν φως και
κατεπλημμύρει με τοÏ
ς σÏ
γκερασμένοÏ
ς τόνοÏ
ς τοÏ
ένα τάπητα από
πλοÏ
σίαν χρÏ
σήν τσόχαν της Χιλής, προσομοιάζοντα προς Ï
γράν
κοίτην.

— Α! α! α! — Α! α! α!

Είπε γελών ο ιδιοκτήτης τοÏ
μεγάροÏ
Ï
ποδεικνύων μοι και κάθισμα,
ενώ ταÏ
τοχρόνως ο ίδιος εξηπλούτο επί ενός σοφά. Αντιλαμβανόμενος
δε ότι ο παράδοξος τρόπος, μεθ' οÏ
με Ï
πεδέχθη, δεν ηδύνατο ή να
με εκπλήξη ολίγον:

— Βλέπω, είπεν, ότι εκπλήττεσθε από τον διάκοσμον τοÏ
μεγάροÏ

μοÏ
, από τα αγάλματά μοÏ
, τας εικόνας μοÏ
, από την εκκεντρικότητα
των ιδεών μοÏ
εις τα ζητήματα της αρχιτεκτονικής και των Ï
φαντών
εικόνων μοÏ
. ΑÏ
τή δα σας εκπλήττει κάπως, αÏ
τή όλη η έκθεσις
αντικειμένων. Αλλά σÏ
γγνώμην, αγαπητέ μοÏ
κύριε, — και εδώ η φωνή
τοÏ
προσέλαβε τον τόνον πραγματικής οικειότητος — σÏ
γγνώμην διά το
ανεÏ
λαβές αÏ
τό γέλοιο μοÏ
. Το γεγονός είναι, ότι εφαίνεσθε ολίγον
σαν σαστισμένος! Πράγματά τινα είναι τόσον κωμικά, ώστε πρέπει
κανείς ή να καταλαμβάνεται από γέλοια ή να πεθαίνη! . . . Το να
πεθαίνη κανείς από γέλοιο θ' αποτελή μεταξύ των δοξασμένων θανάτων
τον ενδοξότατον θάνατον. Ο σιρ Θωμάς ΜοÏ
ρ

Last Page Next Page

Text Comparison with The Raven

Page 0
" _R.
Page 1
_H.
Page 2
_T.
Page 3
_George Kruell.
Page 4
"We are in Love's hand to-day!" sings Gautier, in Swinburne's buoyant paraphrase,--and from morn to sunset we are wafted on the violent sea: there is but one love, one May, one flowery strand.
Page 5
And a few exceptional lyrics, more than others that are equally creative, compel us to think anew how bravely the poet's pen turns things unknown "to shapes, and gives to airy nothing A local habitation, and a name.
Page 6
No rays from the holy heaven come down On the long night-time of that town; But light from out the lurid sea Streams up the turrets silently-- * * * Up many and many a marvellous shrine Whose wreathed friezes intertwine The viol, the violet, and the vine.
Page 7
" The poet settled in New-York, in the winter of 1844-'45, finding work upon Willis's paper, "The Evening Mirror," and eking out his income by contributions elsewhere.
Page 8
All doubt of its authorship was dispelled when Poe recited it himself at a literary gathering, and for a time he was the most marked of American authors.
Page 9
Our present text, therefore, while substantially that of 1845, is somewhat modified by the poet's later reading, and is, I think, the most correct and effective version of this single poem.
Page 10
In melody and stanzaic form, we shall see that the two poems are not unlike, but in motive they are totally distinct.
Page 14
She also employed what I term the Repetend, in the use of which Poe has excelled all poets since Coleridge thus revived it: "O happy living things! no tongue Their beauty might declare: A spring of love gushed from my heart, And I blessed them unaware: Sure my kind saint took pity on me, And I blessed them unaware.
Page 15
" Poe went farther, and was an artist even in the tragedy of his career.
Page 16
The Rime afforded him a prolonged story, with many shiftings of the scene.
Page 17
THE POEM.
Page 18
Back into the chamber turning, all my soul within me burning, Soon again I heard a tapping, somewhat louder than before.
Page 19
Nothing further then he uttered--not a feather then he fluttered-- Till I scarcely more than muttered, "Other friends have flown before-- On the morrow _he_ will leave me, as my hopes have flown before.
Page 20
" "Prophet!" said I, "thing of evil--prophet still, if bird or devil! By that Heaven that bends above, us--by that God we both adore-- Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn, It shall clasp a sainted maiden whom the angels name Lenore-- Clasp a rare and radiant maiden whom the angels name Lenore.
Page 21
" [Illustration] "Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before.
Page 22
'" [Illustration] "Open here I flung the shutter.