Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 29

. . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Εκεί στη Βενετία, κοντά στη ΓέφÏ
ρα των στεναγμών, απάντησα το
πρόσωπο, προς το οποίον αποτείνω αÏ
τήν την επίκλησιν, για τρίτη ή
τέταρτη φορά.

Και πώς να ξεχάσω το πώς τον σÏ
νήντησα!

Η σκοτεινιά της νύκτας, η &ΓέφÏ
ρα των στεναγμών&, η ωμορφιά της
γÏ
ναίκας, και ο αέρος τοÏ
ρωμαντισμού ποÏ
επλανάτο απάνω στη στενή
διώρÏ
γα.

Μαύρη, πίσσα ήταν η νύκτα.

Το μεγάλο ρολόγι της περίφημης &Πιάτζα& εσήμαινε την 5ην ώραν.

Η &Πλατεία τοÏ
ΚαμπανέλοÏ
& ήταν έρημη και σιωπηλή και τα φώτα τοÏ

παλαιού παλατιού των Δόγηδων ήσαν σβÏ
στά σχεδόν όλα.

ΓÏ
ρνώντας από την Πιατζέταν, πήγαινα σπίτι μοÏ
, μέσα απ' το Μεγάλο
Κανάλι.

Την στιγμήν όμως ποÏ
η γόνδολά μοÏ
έστριβε στο κανάλι τοÏ
ΑγίοÏ

ΜάρκοÏ
, μια φωνή γÏ
ναικεία ακούσθηκε ξάφνοÏ
μέσα στης νύκτας τα
βάθη.

Ήταν μια φωνή αγρία, αλλόφρων και εξακολοÏ
θητική. Τρομαγμένος
σηκώθηκα ολόρθος, ενώ ο γονδολιέρος μοÏ
άφινε να τοÏ
ξεγλιστρήση
απ' τα χέρια τοÏ
το μόνο κοÏ
πί τοÏ
(η γόνδολες, καθώς ξέρετε,
έχοÏ
ν ένα και μόνο κοÏ
πί), το οποίον ζήτημα ήταν αν μπορούσε να
ξαναύρη μέσα σε τέτοια σκοτεινιά. Κ' έτσι το ρέμμα ποÏ
κÏ
λιόταν
απ' τη μεγάλη στη μικρή διώρÏ
γα μας σÏ
νεπήρε.

Σα μεγάλο μαύρο όρνεον η γόνδολά μας παρεσύρετο σιγά σιγά προς την
&ΓέφÏ
ραν των στεναγμών&.

ΞάφνοÏ
πολλές, πολλές λαμπάδες φάνηκαν στα παράθÏ
ρα και την
μεγάλην σκάλαν τοÏ
παλατιού, κ' ένα φως ωχρό και τρεμοσβύνον
διέλÏ
σε την σκοτεινιά.

Ένα παιδάκι είχε ξεγλιστρήσει απ' τα χέρια της μάνας τοÏ
και απ'
το παράθÏ
ρο τοÏ
τελεÏ
ταίοÏ
πατώματος τοÏ
Ï
ψηλού παλατιού
γκεμίσθηκε στην σκοτεινή διώρÏ
γα.

Τα ήσÏ
χα νερά εσκέπασαν αδιάφορα το σωματάκι τοÏ
παιδιού. Ενώ δε
στην διώρÏ
γα μόνη η γόνδολά μοÏ
βρίσκονταν, έξαφνα απ' όλες της
μεριές φάνηκαν πολλοί άνθρωποι και με παλληκαριά πέφτοντας μέσ' το
ρεύμα άρχισαν να ζητούν το μικρό αγγελούδι.

Μα η θάλασσα το είχε σκεπάσει και ο κόπος τοÏ
ς πήγαινε άδικα.

Σηκώνω τα μάτια μοÏ
και βλέπω στο μεγάλο πλατύσκαλο από μαύρο
μάρμαρο τοÏ
παλατιού, ποÏ
ακοÏ
μβούσε στο νερό, ολόρθια μια γÏ
ναίκα
ποÏ
όσοι την είδαν δεν μπόρεσαν ποτέ να την ξεχάσοÏ
ν.

Ήτο η μαρκησία Αφροδίτη, η λατρεÏ
ομένη Ï
φ' όλης της Βενετίας, η
εÏ
θÏ
μοτέρα πασών, η θαÏ
μασιωτέρα των γÏ
ναικών της χώρας ταύτης, εν
η όλαι είναι ωραίαι, η νεαρά σύζÏ
γος, φεÏ
! τοÏ
γέροντος ραδιούργοÏ

Μεντόνι και μήτηρ τοÏ
ωραίοÏ
παιδιού τοÏ
πρώτοÏ
, τοÏ
μοναδικού της
παιδιού! ποÏ
εÏ
ρίσκετο τώρα σπαργανωμένο στα βάθη τοÏ
σκοτεινού
νερού.

Ορθούται εÏ
θÏ
τενής και επιβλητική.

Τα λεπτοφÏ
ή της πόδια, γÏ
μνά και λεÏ
κά ως ο άργÏ
ρος,
κατοπτρίζονται εις τον μαρμάρινον μαύρον καθρέπτην ποÏ
ήταν από
κάτω της.

Last Page Next Page

Text Comparison with The Raven Illustrated

Page 0
[Illustration: 0013] THE RAVEN |ONCE upon a midnight dreary, While I pondered, weak and weary, Over many a quaint and curious Volume of forgotten lore-- While I nodded, nearly napping, Suddenly there came a tapping, As of some one gently rapping, Rapping at my chamber door.
Page 1
" [Illustration: 9015] Presently my soul grew stronger; Hesitating then no longer, "Sir," said I, "or Madam, truly Your forgiveness I implore; But the fact is I was napping, And so gently you came rapping, And so faintly you came tapping, Tapping at my chamber door, That I scarce was sure I heard you"-- Here I opened .
Page 2
"Surely," said I, "surely that is Something at my window lattice; [Illustration: 0019] Let me see, then, what thereat is, And this mystery explore-- Let my heart be still a moment And this mystery explore;-- 'Tis the wind and nothing more.
Page 3
When, with many a flirt and flutter, In there stepped a stately Raven [Illustration: 8020] Of the saintly days of yore.
Page 4
" [Illustration: 0024] But the Raven, sitting lonely On that placid bust, spoke only That one word, as if his soul in That one word he did outpour.
Page 5
" This I sat engaged in guessing, But no syllable expressing To the fowl whose fiery eyes now Burned into my bosom's core; This and more I sat divining, With my head at ease reclining On the cushion's velvet lining That the lamplight gloated o'er, But.
Page 6
whose velvet violet lining, With the lamplight gloating o'er, _She_ shall press, ah, nevermore! [Illustration: 0026] [Illustration: 0027] Then methought the air grew denser, Perfumed from an unseen censer Swung by angels whose faint footfalls Tinkled on the tufted floor.
Page 7
" "Prophet!" said I, "thing of evil!-- Prophet still, if bird or devil!-- By that Heaven that bends above us-- By that God we both adore-- Tell this soul with sorrow laden If, within the distant Aidenn, It shall clasp a sainted maiden Whom the angels name Lenore-- [Illustration: 0032] Clasp a rare and radiant maiden Whom the angels name Lenore.
Page 8
And the lamplight o'er him streaming Throws his shadow on the floor, And my soul from out that shadow That lies floating on the floor Shall be lifted--nevermore! [Illustration: 0035].