Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 25

τον εγκέφαλόν μοÏ
, όταν εζήτησα να φέρω
την τροφήν μοÏ
εις τα καίοντα χείλη μοÏ
. Και ιδού ότι η ιδέα
ολόκληρος μοÏ
παροÏ
σιάζετο, αδύνατος ακόμη, μόλις σÏ
γκεκροτημένη,
μόλις σχηματισμένη, οÏ
χ' ήττον πλήρης. Χωρίς ν' αργήσω, με την
νεÏ
ρώδη ενέργειαν της απελπισίας, ήρχισα να επιχειρώ την
πραγμάτωσιν.

Από ώρας τώρα τα πέριξ τοÏ
ξÏ
λίνοÏ
κοÏ
τιού, επί τοÏ
οποίοÏ

εÏ
ρισκόμην εξηπλωμένος, έβριθον κÏ
ριολεκτικώς από ένα στρατόν εκ
ποντικών. ΘορÏ
βώδεις, αÏ
θάδεις και πεινασμένοι, προσήλωναν επάνω
μοÏ
τα κόκκινα μάτια των, ως να μη επερίμεναν παρά την στιγμήν της
πλήροÏ
ς ακινησίας μοÏ
διά να με καταβροχθίσοÏ
ν.

Με ποίαν τροφήν, εσκέφθην, εσÏ
νήθισαν μέσα εις αÏ
τό το πηγάδι!

Παρ' όλας τας προσπαθείας μοÏ
να τοÏ
ς εμποδίσω, έφαγαν ό,τι είχε
το πιάτο, καθώς και μερικά αποφάγια.

Μέχρις εκείνης της στιγμής περιέφερα το χέρι μοÏ
πέριξ τοÏ
πιάτοÏ
.
Αλλ' οι ποντικοί σÏ
νηθίσαντες εις την ομοιόμορφον αÏ
τήν κίνησιν
έπαÏ
σαν να την φοβούνται πλέον. Η αναίδειά των δε έφθανε να μοÏ

δαγκάνοÏ
ν τα δάκτÏ
λα. Με ό,τι απέμεινεν από το λιπαρόν κρέας
ήλειψα το σχοινί μοÏ
, εφ' όσον έφθανε το χέρι μοÏ
. Έπειτα εσήκωσα
το χέρι μοÏ
επάνω από το έδαφος και έμεινα ακίνητος, κρατών την
αναπνοήν μοÏ
.

Κατ' αρχάς τα άπληστα ζώα εξεπλάγησαν, ανήσÏ
χα από την ακινησίαν
μοÏ
. Εφοβήθησαν και ετράτησαν εις φÏ
γήν. Μερικοί παρέμειναν εις το
φρέαρ. Αλλ' αÏ
τό διήρκεσε μόνον μίαν στιγμήν. Δεν εμάντεÏ
σα
ματαίως την αδηφαγίαν των. Επειδή έβλεπαν ότι δεν εκινούμην, είς ή
δύο, οι μάλλον τολμηροί, εσκάλωσαν επάνω εις το κρεββάτι μοÏ
και
ήρχιζαν να μÏ
ρίζοÏ
ν το σχοινί. ΑÏ
τό ήτο το σημείον της γενικής
επιθέσεως. Εφεδρείαι κατέφθασαν από μέσα από το πηγάδι.
Αναρριχώμενοι επάνω εις τα ξύλα, τα κατέλαβον εξ εφόδοÏ
και
ώρμησαν επάνω μοÏ
κατά εκατοντάδας. Η κανονική κίνησις τοÏ

εκκρεμούς δεν τοÏ
ς ηνώχλει και πολύ. Αποφεύγοντες τον κίνδÏ
νον
επετίθεντο όλοι μαζί κατά τοÏ
ηλειμμένοÏ
διά λίποÏ
ς σχοινίοÏ
.
Εσπρώχνοντο, σÏ
νηθροίζοντο αθρόοι επ' εμού, και διαρκώς
πολλαπλασιαζόμενοι εχόρεÏ
αν επάνω εις τον λαιμόν μοÏ
. Τα ψÏ
χρά των
χείλη εζητούσαν τα ιδικά μοÏ
. Επάθαινα δύσπνοιαν από το βάρος τοÏ

πλήθοÏ
ς αÏ
τού. Αηδία, την οποίαν καμμία λέξις εδώ κάτω δεν
ημπορούσε να χαρακτηρίση, εφούσκωνε το στήθος μοÏ
και βαρείες
αναθÏ
μιάσεις μοÏ
επάγωναν την καρδιά. Ένα λεπτόν ακόμη και
επείσθην ότι τα βάσανά μοÏ
θα ελάμβανον τέλος.

Ησθάνθην σαφώς ότι το σχοινί ήρχισε να ξετεντώνεται. Ησθανόμην ότι
εις πλείστα μέρη είχε φαγωθή ήδη· με Ï
περάνθρωπον σταθερότητα
έμεινα &ακίνητος&.

Αι προβλέψεις μοÏ
δεν με ηπάτησαν· δεν Ï
πέφερα ανωφελώς. Ησθάνθην
τέλος ότι είχα ελεÏ
θερωθή, ότι το σχοινί εκρέμετο εις τεμάχια κατά
μήκος τοÏ
σώματός μοÏ
. Αλλ' ήδη το εκκρεμές έψαÏ
ε το στήθος μοÏ
.
Είχε κόψει την λινάτσαν τοÏ
φορέματός μοÏ
. Επέρασε το κάτωθεν
αÏ
τής λινόν ύφασμα. ΔÏ
ο φορές ακόμη ξαναπέρασε και μια αίσθησις
αγρίοÏ
πόνοÏ
διέτρεξε τα νεύρα μοÏ
. Αλλ' η στιγμή της απαλλαγής
μοÏ
ήλθε. Με ένα κίνημα

Last Page Next Page

Text Comparison with First Project Gutenberg Collection of Edgar Allan Poe

Page 0
Let us know which you prefer.
Page 1
"Surely," said I, "surely that is something at my window lattice; Let me see, then, what thereat is and this mystery explore-- Let my heart be still a moment and this mystery explore;-- 'Tis the wind and nothing more.
Page 2
" Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken, "Doubtless," said I, "what it utters is.
Page 3
" "Prophet!" said I, "thing of evil!--prophet still, if bird or devil!-- Whether Tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore, Desolate,.
Page 4
yet all undaunted, on this desert land enchanted-- On this home by Horror haunted--tell me truly, I implore-- Is there--_is_ there balm in Gilead?--tell me--tell me, I implore!" Quoth the Raven, "Nevermore.
Page 5
In the meantime it was folly to grieve, or to think.
Page 6
The panes here were scarlet--a deep blood colour.
Page 7
But, in spite of these things, it was a gay and magnificent revel.
Page 8
But now there were twelve strokes to be sounded by the bell of the clock; and thus it happened, perhaps, that more of thought crept, with more of time, into the meditations of the thoughtful among those who revelled.
Page 9
When the eyes of the Prince Prospero fell upon this spectral image (which, with a slow and solemn movement, as if more fully to sustain its role, stalked to and fro among the waltzers) he was seen to be convulsed, in the first moment with a strong shudder either of terror or distaste; but, in the next, his brow reddened with rage.
Page 10
He bore aloft a drawn dagger, and had approached, in rapid impetuosity, to within three or four feet of the retreating figure, when the latter, having attained the extremity of the velvet apartment, turned suddenly and confronted his pursuer.
Page 11
And as for Luchesi, he cannot distinguish Sherry from.
Page 12
"I drink," he said, "to the buried that repose around us.
Page 13
" "It is this," I answered, producing a trowel from beneath the folds of my _roquelaire_.
Page 14
"Pass your hand," I said, "over the wall; you cannot help feeling the nitre.
Page 15
The voice said-- "Ha! ha! ha!--he! he! he!--a very good joke indeed--an excellent jest.
Page 16
_In pace requiescat!_.