Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 24

Και πότε με έπιαναν γέλοια και πότε ούρλιαζα,
αναλόγως της ιδέας η οποία με κατείχε.

Και κατήρχετο κανονικώς και ατέγκτως. Αιωρείτο εις απόστασιν μόλις
τριών δακτύλων από τοÏ
στήθοÏ
ς μοÏ
. Έκαμα βιαίας, μανιώδεις
αποπείρας να ελεÏ
θερώσω τον αριστερόν βραχίονά μοÏ
. Ήτο ελεύθερος
από τον αγκώνα μόνον μέχρις της χειρός. Ημπορούσα, χωρίς μεγάλον
κόπον, ν' απλώσω το χέρι μοÏ
μέχρι τοÏ
πλαγιανού πιάτοÏ
, να το
φέρω εις το στόμα και τίποτε παραπάνω.

Εάν μοÏ
ήτο δÏ
νατόν να διαρρήξω τα δεσμά ποÏ
ήσαν άνω τοÏ
αγκώνος,
θα έπιανα το εκκρεμές και θα προσεπάθοÏ
ν να το σταματήσω, . . .
εάν επιτρέπεται, παρακαλώ, να σταματήσωμεν μίαν καταιγίδα.

Και κατέβαινε και κατέβαινε!

Ήσθμαινα και προσεπάθοÏ
ν να διαρρήξω ανά πάσαν αιώρησιν τα δεσμά
μοÏ
. ΣÏ
νεστρεφόμην εις κάθε διάβασιν τοÏ
εκκρεμούς, κοÏ
λοÏ
ριάζων
το σώμα μοÏ
. Με τον πÏ
ρετόν της πλέον παράφρονος απελπισίας, τα
μάτια μοÏ
το παρηκολούθοÏ
ν εις μακρÏ
νήν απόστασιν με την
αÏ
ξάνοÏ
σαν ταχύτητα· αλλά ένας σπασμός τα έκλειε κατά την στιγμήν
της καταβάσεως. Ω! Πόσον ο θάνατος θα ήτο επιθÏ
μητότερος.

Και εν τούτοις έφρισσα σκεπτόμενος ότι δεν έμεινεν εις το
εργαλείον, ειμή ολίγη απόστασις, να κτÏ
πήση εις το στήθος μοÏ
το
κοπτερόν και λάμπον αÏ
τό δρέπανον. Η ελπίς σÏ
νετάρασσε τα νεύρα
μοÏ
και σÏ
νέσπα το σώμα μοÏ
. Η ελπίς η οποία επισκέπτεται και
αÏ
τάς τας κρύπτας της Ιεράς Εξετάσεως.

Υπελόγισα ότι θα εχρειάζοντο δέκα ή δώδεκα κÏ
λινδώσεις διά να έλθη
εις άμεσον επαφήν ο χάλÏ
ψ με το στήθος μοÏ
— και η παρατήρησις
αύτη εσκόρπισεν εις την ψÏ
χήν μοÏ
την μεγάλην γαλήνην. Διά πρώτην
φοράν ύστερα από πολλάς ώρας, πιθανόν από παλλάς ημέρας, κατώρθωσα
να σκεφθώ.

Εσκέφθην ότι το σχοινί, το οποίον με περιέβαλλε και σÏ
νεστρέφετο
πέριξ τοÏ
σώματός μοÏ
, ήτο μονοκόμματον.

Το πρώτον φίλημα τοÏ
κÏ
ρτού ξÏ
ραφιού μοÏ
, εις οιονδήποτε μέρος τοÏ

σχοινιού, θα ηλεÏ
θέρωνεν αρκετά το αριστερόν μοÏ
χέρι. Αλλά πόσον
τρομερά θα ήτο τότε η γειτνίασις της σπάθης! Η ελαχίστη ατÏ
χής
κίνησις θα επέφερε τον θάνατον.

Αλλ' ήτο δÏ
νατόν να μη έλαβαν Ï
π' όψιν την περίστασιν αÏ
τήν οι
δήμιοί μοÏ
; Ημπορούσα να είμαι βέβαιος ότι θα σÏ
νηντάτο η κόψις
τοÏ
εκκρεμούς με το σχοινί τοÏ
στήθοÏ
ς μοÏ
;

Τρέμων διότι έβλεπα σβεννÏ
μένην και την αμÏ
δράν μοÏ
ταύτην ελπίδα,
την τελεÏ
ταίαν αναμφιβόλως, Ï
πήγειρα την κεφαλήν μοÏ
, όπως κÏ
ττάξω
το στήθος μοÏ
. Ο επίδεσμος εκάλÏ
πτεν επιμελώς τα μέλη και τον
κορμόν μοÏ
, καθ' όλα τα σημεία, άφινε δε μόνον το μέρος, όπερ θα
σÏ
νηντάτο ακριβώς μετά της άκρας τοÏ
εκκρεμούς.

Μόλις άφησα να ξαναπέση το κεφάλι μοÏ
εις την πρώτην τοÏ
θέσιν,
είδα να φωτίζεται το λογικόν μοÏ
από μίαν λάμψιν, η οποία δεν ήτο
άλλο παρά το ήμισÏ
της ατελούς ιδέας περί απελεÏ
θερώσεως, περί της
οποίας ωμίλησα προ ολίγοÏ
, και εκ της οποίας μόνον το άλλο ήμισÏ

εκÏ
μάτιζεν αόριστον εις

Last Page Next Page

Text Comparison with First Project Gutenberg Collection of Edgar Allan Poe

Page 0
Hart, hart@pobox.
Page 1
Not the least.
Page 2
" But the Raven, sitting lonely on that placid bust, spoke only That one word, as if its soul in that one word he did outpour Nothing farther then he uttered; not a feather then he fluttered-- Till I scarcely more than muttered: "Other friends have flown before-- On the morrow _he_ will leave me, as my Hopes have flown before.
Page 3
'" But the Raven still beguiling all my sad soul into smiling, Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door; Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore-- What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore Meant in croaking "Nevermore.
Page 4
yet all undaunted, on this desert land enchanted-- On this home by Horror haunted--tell me truly, I implore-- Is there--_is_ there balm in Gilead?--tell me--tell me, I implore!" Quoth the Raven, "Nevermore.
Page 5
And the whole seizure, progress and termination of the disease, were the incidents of half an hour.
Page 6
It was in this apartment, also, that there stood against the western wall, a gigantic clock of ebony.
Page 7
There were arabesque figures with unsuited limbs and appointments.
Page 8
Even with the utterly lost, to whom life and death are.
Page 9
But the mummer had gone so far as to assume the type of the Red Death.
Page 10
from the first, through the blue chamber to the purple--through the purple to the green--through the green to the orange--through this again to the white--and even thence to the violet, ere a decided movement had been made to arrest him.
Page 11
Amontillado! You have been imposed upon.
Page 12
"Nitre," I replied.
Page 13
" "Yes, yes," I said; "yes, yes.
Page 14
In its surface were two iron staples, distant from each other about two feet, horizontally.
Page 15
" "Yes," I said, "let us be gone.
Page 16
_In pace requiescat!_.