Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 22

είδα κινούμενον. Μετ'
ολίγον η ιδέα μοÏ
επεβεβαιώθη. Η αιώρησίς τοÏ
ήτο σύντομος και
σÏ
νεπώς βραδεία. Το παρετήρησα επί τινα λεπτά με κάποιον φόβον,
αλλά προ παντός με έκπληξιν. Εις το τέλος βαρÏ
νθείς το να
παρακολοÏ
θώ την μονότονον κίνησίν τοÏ
εξήτασα τα λοιπά αντικείμενα
τοÏ
κελλίοÏ
. Ελαφρός ψίθÏ
ρος προÏ
κάλεσε την προσοχήν μοÏ
και
παρατηρήσας κατά γης, είδα πλείστα τεράστια ποντίκια, τα οποία
έτρεχαν επί τοÏ
εδάφοÏ
ς. Ενώ παρετήροÏ
ν, αÏ
τά έφθαναν κατά πÏ
κνάς
φάλαγγας, τάχιστα, με άπληστα μάτια δελεαζόμενα από την μÏ
ρωδιά
τοÏ
κρέατος.

Διά να τ' απομακρύνω κατέβαλα πολλάς προσπαθείας και μίαν
προσεκτικήν επίβλεψιν. Επέρασε σχεδόν μισή ώρα, ίσως μία, (δεν
μπορώ να ειπώ ακριβώς, διότι είχα μίαν πολύ ατελή αντίληψιν τοÏ

χρόνοÏ
) όταν εσήκωσα τα μάτια μοÏ
προς τα επάνω.

Ό,τι είδα τότε με εθάμβωσε και με ετρόμαξε. Το εκκρεμές κατέβαινε
περίποÏ
μίαν Ï
άρδαν. ΣÏ
νέπεια τούτοÏ
φÏ
σική ήτο να αÏ
ξηθή αναλόγως
και η ταχύτης. Αλλ' ό,τι κÏ
ρίως με ετάραξεν ήτο ότι με επλησίαζεν
επαισθητώς. Παρετήρησα τότε — περιττόν να σας είπω με τι τρόμον —
ότι το κάτω άκρον τοÏ
απετελείτο από ένα μισοφέγγαρο στιλπνού
χάλÏ
βος, ενός ποδός μήκοÏ
ς περίποÏ
από το ένα κέρας προς το άλλο.
Τα κέρατα αÏ
τά ήσαν Ï
ψωμένα προς τα επάνω και το κάτω άκρον
εφαίνετο τόσον ακονισμένον, όσον και ένα ξÏ
ράφι, τοÏ
οποίοÏ
και το
σχήμα είχεν. Ήτο κρεμασμένον από ένα ορειχάλκινο τέλι. Το όλον δ'
εσφύριζεν αιωρούμενον εις το κενόν.

Δεν μοÏ
επετρέπετο πλέον ν' αμφιβάλλω ως προς την τύχην, η οποία
μοÏ
επεφÏ
λάσσετο από την εφεÏ
ρετικότητα των μοναχών. Οι πράκτορες
της Ιεράς Εξετάσεως εγνώριζαν ότι ανεκάλÏ
ψα το φρέαρ, το φρέαρ η
διά τοÏ
οποίοÏ
βάσανος επεβάλλετο εις ένα τόσον αÏ
θάδη αιρετικόν,
όπως εγώ, το φρέαρ το θεωρούμενον κοινώς ως το άκρον τέλος των
ποινών της Ιεράς Εξετάσεως.

ΤÏ
χαίως διέφÏ
γα εγώ από τοÏ
να κατακρημνισθώ εις το φρέαρ,
εγνώριζα δε ότι η σύλληψις εις την παγίδα τοÏ
καταδίκοÏ
και ο
αιφνιδιασμός ως προς τας βασάνοÏ
ς απετέλει μίαν από τας κÏ
ριωτέρας
παραδόσεις των ποινών αÏ
τών.

Επειδή δε δεν έπεσα εις την άβÏ
σσον, δεν επετρέπετο κατά τα
διαβολικά των σχέδια να με ρίψοÏ
ν αÏ
τοί· επομένως μοÏ
επεφÏ
λάσσετο
ασφαλώς ένας θάνατος διάφορος και γλÏ
κύτερος.

ΓλÏ
κύτερος! Εμισογέλασα εν μέσω της αγωνίας μοÏ
, διότι
μετεχειρίσθην ένα τόσον οξύμωρον σχήμα. Προς τι λοιπόν να
περιγράψω τας μακράς, τας μακράς ώρας της αγωνίας πλέον ή
θανασίμοÏ
ς, τας οποίας διήλθα μετρών την παλμικήν κίνησιν τοÏ

εκκρεμούς; Από δακτύλοÏ
εις δάκτÏ
λον και από γραμμής εις γραμμήν η
κάθοδος τοÏ
βραδÏ
τάτη, απετέλει δι' εμέ αιώνα. Και πάντοτε
προσήγγιζε χαμηλότερα. Ημέραι παρήλθον πολλαί, ημέραι ίσως, μέχρι
της στιγμής καθ' ην ησθάνθην την πνοήν τοÏ
πλησίον. Η οσμή τοÏ

ακονισμένοÏ
χάλÏ
βος εθώπεÏ
ε τοÏ
ς ρώθωνάς μοÏ
.

ΚαθικέτεÏ
σα τον θεόν, τον ηνώχλησα με τας προσεÏ
χάς μοÏ
, παρακαλών
να καταβή το εκκρεμές το ταχύτερον.

Η φρενίτις

Last Page Next Page

Text Comparison with The Works of Edgar Allan Poe — Volume 2

Page 0
At Paris, just after dark one gusty evening in the autumn of 18-, I was enjoying the twofold luxury of meditation and a meerschaum, in company with my friend C.
Page 20
"'As the thing drew near we saw it very distinctly.
Page 35
The wind sometimes was not as strong as we thought it at starting, and then we made rather less way than we could wish, while the current rendered the smack unmanageable.
Page 37
How my elder brother escaped destruction I cannot say, for I never had an opportunity of ascertaining.
Page 38
She lit up every thing about us with the greatest distinctness--but, oh God, what a scene it was to light up! "I now made one or two attempts to speak to my brother--but, in some manner which I could not understand, the din had so increased that I could not make him hear a single word, although I screamed at the top of my voice in his ear.
Page 42
At length, after making several guesses of this nature, and being deceived in all--this fact--the fact of my invariable miscalculation--set me upon a train of reflection that made my limbs again tremble, and my heart beat heavily once more.
Page 50
That he has actually realized, in spirit and in effect, if not to the letter, the old chimaera of the philosopher's stone, no sane person is at liberty to doubt.
Page 59
_ This, probably, is because you have no sufficiently generic conception of the term "_substance_" itself.
Page 64
I determined to hazard a few words of conversation.
Page 66
All this time the sleeper-waker remained exactly as I have last described him.
Page 93
It was the work of the rushing gust--but then without those doors there _did_ stand the lofty and enshrouded figure of the lady Madeline of Usher.
Page 129
The thought came gently and stealthily, and it seemed long before it attained full appreciation; but just as my spirit came at length properly to feel and entertain it, the figures of the judges vanished, as if magically, from before me; the tall candles sank into nothingness; their flames went out utterly; the blackness of darkness supervened; all sensations appeared swallowed up in a mad rushing descent as of the soul into Hades.
Page 138
This was free only from the elbow to the hand.
Page 148
The unfortunate whose first attack should be of the extreme character which is occasionally seen, would almost inevitably be consigned alive to the tomb.
Page 152
I knew that the fit was over.
Page 162
Now let us suppose this sense of the Almighty design to be one step depressed--to be brought into something like harmony or consistency with the sense of human art--to form an intermedium between the two:--let us imagine, for example, a landscape whose combined vastness and definitiveness--whose united beauty, magnificence, and strangeness, shall convey the idea of care, or culture, or superintendence, on the part of beings superior, yet akin to humanity--then the sentiment of interest is preserved, while the art intervolved is made to assume the air of an intermediate or secondary nature--a nature which is not God, nor an emanation from God, but which still is nature in the sense of the handiwork of the angels that hover between man and God.
Page 186
Yet, at this distant day, let me do him the simple justice to acknowledge that I can recall no occasion when the suggestions of my rival were on the side of those errors or follies so usual to his immature age and seeming inexperience; that his moral sense, at least, if not his general talents and worldly wisdom, was far keener than my own; and that I might, to-day, have been a better, and thus a happier man, had I less frequently rejected the counsels embodied in those meaning whispers which I then but too cordially hated and too bitterly despised.
Page 207
I dwelt upon their peculiarities.
Page 209
Men have called me mad; but the question is not yet settled, whether madness is or is not the loftiest intelligence--whether much that is glorious--whether all that is profound--does not spring from disease of thought--from moods of mind exalted at the expense of the general intellect.
Page 216
_, presented the "National Institute" with an insect from New Zealand, with the following description: "'_The Hotte_, a decided caterpillar, or worm, is found gnawing at the root of the _Rota_ tree, with a plant growing out of its head.