Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 20

ανήκεν εις την αÏ
τήν
κατηγορίαν των σκέψεων, η οποία με έκαμε να θεωρήσω ως ανοήτως
απίθανα τα όσα μοÏ
διηγήθησαν περί της Ιεράς Εξετάσεως. Διά τα
θύματα της τÏ
ραννίας της Ï
πήρχεν η εκλογή μεταξύ τοÏ
θανάτοÏ
με
τας φρικωδεστέρας φÏ
σικάς βασάνοÏ
ς και τοÏ
άλλοÏ
θανάτοÏ
με τας
σκληροτέρας ηθικάς βασάνοÏ
ς. Εις εμέ επεφÏ
λάσσετο ο τελεÏ
ταίος. Τα
μακρά βάσανα με είχαν εκνεÏ
ρίσει και ήμην πλέον ώριμος Ï
πό πάσαν
έποψιν διά τα βάσανα, διά τα οποία προωριζόμην.

Ολόκληρος τρέμων επλησίασα ψηλαφητί προς τον τοίχον, αποφασισμένος
να πεθάνω εκεί, παρά ν' αντιμετωπίσω το τρομερόν πηγάδι, το οποίον
η φαντασία μοÏ
επολλαπλασίαζε και έθετεν εις διάφορα σημεία τοÏ

μποÏ
ντροÏ
μιού μοÏ
. Εις άλλην περίστασιν θα είχα το θάρρος να θέσω
τέρμα εις τα βάσανά μοÏ
κρημνιζόμενος εις μίαν απ' αÏ
τάς τας
αβύσσοÏ
ς, αλλά την στιγμήν εκείνην είχα καταντήσει ο τελεÏ
ταίος
των δειλών. Δεν μπορούσα να λησμονήσω ό,τι εδιάβασα σχετικώς προς
το φρέαρ αÏ
τό: ότι δηλαδή είς αιφνίδιος τερματισμός της ζωής ήτο
μία πιθανότης, την οποίαν οι ιερεξετασταί δεν ημπορούσαν να
παραδεχθούν εν τη άκρα αÏ
τών σκληρότητι.

Η ταραχή τοÏ
πνεύματός μοÏ
με εκράτησεν εν εγρηγόρσει επί πολλάς
ώρας· αλλ' επί τέλοÏ
ς απεκοιμήθην και πάλιν. Όταν εξύπνησα εύρον
πλησίον μοÏ
, όπως και προηγοÏ
μένως, ένα άρτον και μίαν κανάταν
νερού. Εδίψων φοβερά, και εξεκένωσα την κανάταν μονορρούφι. Το
νερό θα είχε ναρκωτικόν μέσα, διότι μόλις το ήπια κατελήφθην από
ακαταμάχητον ύπνον. Βαθύς ύπνος με εβάρÏ
νεν, όμοιος με τον ύπνον
τοÏ
θανάτοÏ
. Πόσον διήρκεσε φÏ
σικά δεν κατώρθωσα ν' αντιληφθώ,
αλλά παρετήρησα ανοίξας τα μάτια μοÏ
μίαν φοράν ακόμη ότι τα πέριξ
αντικείμενα ήσαν ορατά. Μία λάμψις παράδοξος, θειαφένια, της
οποίας δεν κατώρθωσα να διακρίνω την προέλεÏ
σιν, μοÏ
επέτρεπε να
διακρίνω την έκτασιν και το σχήμα της φÏ
λακής μοÏ
. Είχα απατηθή
οικτρώς, ως προς την έκτασιν αÏ
τής. Η ολική περίμετρος των τοίχων
δεν Ï
περέβαινε τας εικοσιπέντε Ï
άρδας. Η παρατήρησις αÏ
τή με
έρριψε προς στιγμήν εις την μεγαλÏ
τέραν ταραχήν, ταραχήν εντελώς
ματαίαν, διότι εν τη απειρία των περικÏ
κλούντων με δεινών τι
σημασίαν ημπορούσε να έχη η διάμετρος τοÏ
μποÏ
ντροÏ
μιού μοÏ
; Το
πνεύμα μοÏ
όμως ελάμβανεν εξαιρετικόν ενδιαφέρον δι' αÏ
τήν την
ανοησίαν, Ï
ποβαλλόμενον εις προσπαθείας διά ν' ανακαλύψη την
πλάνην, η οποία εισέδÏ
σε κατά τύχην εις τον Ï
πολογισμόν μοÏ
. Τέλος
η αλήθεια ανεκαλύφθη. Εις την πρώτην μοÏ
ανίχνεÏ
σιν ελογάριασα
πεντήκοντα δύο βήματα μέχρι της στιγμής της πτώσεώς μοÏ
. Θα ήμην
τότε εις απόστασιν ενός ή δύο βημάτων από το κοÏ
ρελάκι και είχα
τελειώσει σχεδόν όλον τον γύρον τοÏ
Ï
πογείοÏ
. Την στιγμήν εκείνην
είχον αποκοιμηθή, κατά δε το ξύπνημα θα είχον επανέλθει και πάλιν
εις τα βήματά μοÏ
, πράγμα το οποίον με ηνάγκασε να Ï
πολογίσω εις
διπλούν το μήκος της πραγματικής περιμέτροÏ
. Η αταξία τοÏ

πνεύματος με ημπόδισε να παρατηρήσω ότι είχα τον τοίχον προς τα
αριστερά

Last Page Next Page

Text Comparison with The Raven and The Philosophy of Composition

Page 0
Perrett The Decorations by Will Jenkins [Illustration] Paul Elder and Company San Francisco and New York Contents Foreword .
Page 1
” If any justification were necessary, it is to be found both in the unique literary interest of the essay, and in the fact that it is (or purports to be) a frank exposition of the modus operandi by which “The Raven” was written.
Page 2
” I cannot think this the precise mode of procedure on the part of Godwin—and indeed what he himself acknowledges, is not altogether in accordance with Mr.
Page 3
We commence, then, with this intention.
Page 4
Within this limit, the extent of a poem may be made to bear mathematical relation to its merit—in other words, to the excitement or elevation—again, in other words, to the degree of the true poetical effect which it is capable of inducing; for it is clear that the brevity must be in direct ratio to the intensity of the intended effect:—this, with one proviso—that a certain degree of duration is absolutely requisite for the production of any effect at all.
Page 5
Truth, in fact, demands a precision, and Passion a homeliness (the truly passionate will comprehend me) which are absolutely antagonistic to that Beauty which, I maintain, is the excitement, or pleasurable elevation, of the soul.
Page 6
Having made up my mind to a refrain, the division of the poem into stanzas was, of course, a corollary, the refrain forming the close of each stanza.
Page 7
” I had now to combine the two ideas, of a lover lamenting his deceased mistress and a Raven continuously repeating the word “Nevermore.
Page 8
In general, to be found, it must be elaborately sought, and although a positive merit of the highest class, demands in its attainment less of invention than negation.
Page 9
I determined, then, to place the lover in his chamber—in a chamber rendered sacred to him by memories of her who had frequented it.
Page 10
From this epoch the lover no longer jests—no longer sees anything even of the fantastic in the Raven’s demeanour.
Page 11
It is the excess of the suggested meaning—it is the rendering this the upper- instead of the under-current of the theme—which turns into prose (and that of the very flattest kind) the so-called poetry of the so-called transcendentalists.
Page 12
Eagerly I wished the morrow;—vainly I had sought to borrow From my books surcease of sorrow—sorrow for the lost Lenore— For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore— Nameless here for evermore.
Page 13
_] [Illustration] Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter, In there stepped a stately Raven of the saintly days of yore.
Page 14
” [Illustration] “Prophet!” said I, “thing of evil! prophet still, if bird or devil!— By that Heaven that bends above us—by that God we both adore— Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn, It shall clasp a sainted maiden whom the angels name Lenore— Clasp a rare and radiant maiden whom the angels name Lenore.
Page 15
Of this first Quarto Photogravure Edition one thousand copies have been issued, printed on Arches handmade paper.