Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 15

της ομοιότητος μεταξύ τοÏ
ήχοÏ
τούτοÏ

και τοÏ
ήχοÏ
τοÏ
τροχού ενός μύλοÏ
. Αλλά τούτο δεν διήρκεσε παρά
ολίγον χρόνον και εσβέσθη αιφνιδίως.

Εν τούτοις εξηκολούθησα να βλέπω, αλλά με τρόμον επίμονον, τα
χείλη των δικαστών με την μαύρην στολήν. Τα χείλη ταύτα μοÏ

εφαίνοντο λεÏ
κότερα τοÏ
χάρτοÏ
, εφ' οÏ
σημειώ τας γραμμάς ταύτας,
και μέχρις εκτρομακτικότητος λεπτά, με την ανηλεή έκφρασιν της
αÏ
στηρότητος, της ακάμπτοÏ
θελήσεως και της αÏ
στηράς περιφρονήσεως
προς το ανθρώπινον άλγος. Έβλεπα ακόμη αÏ
τά τα χείλη ν' αποστάζοÏ
ν
την απόφασιν, ήτις καθώριζε το μέλλον μοÏ
. Τα έβλεπα σÏ
σπώμενα εν
τη διατÏ
πώσει της θανατικής αποφάσεως. Τα έβλεπα ν' αρθρώνοÏ
ν τας
σÏ
λλαβάς τοÏ
ονόματός μοÏ
και εφρικίων διότι, δεν ήκοÏ
α κανένα
ήχον.

Είδον επίσης επί τινας στιγμάς φρίκης και παραληρήματος την
αόριστον και σχεδόν ανεπαίσθητον κÏ
μάτισιν των σκούρων
παραπετασμάτων, τα οποία εκάλÏ
πτον τοÏ
ς τοίχοÏ
ς της αιθούσης. Την
στιγμήν αÏ
τήν το βλέμμα μοÏ
έπεσεν επί επτά μεγάλων κηροπηγίων της
τραπέζης. ΜοÏ
εφάνησαν πρώτα-πρώτα ότι ενεσάρκωναν την
επιείκειαν, ως λεÏ
κοί άγγελοι, οι οποίοι μοÏ
έφερναν την σωτηρίαν.

Αλλά τότε αιφνιδίως η πλέον θανάσιμος σκοτοδίνη με κατέλαβεν·
ησθάνθην όλον το νεÏ
ρικόν μοÏ
σύστημα να σÏ
νδονήται, ως να
εÏ
ρίσκετο εις επικοινωνίαν με ηλεκτρικήν σÏ
στοιχίαν, και τα
αγγελικά οράματα μετεμορφώθησαν εις φάσματα κενά εννοίας, εις
φάσματα από φλόγας, από τας οποίας ορατώς δεν ημπορούσα να ελπίζω
καμμίαν βοήθειαν.

Και τότε το πνεύμα μοÏ
διεπεράσθη, ως Ï
πό εντόνοÏ
μοÏ
σικής
απηχήσεως, από την σκέψιν της ηδείας γαλήνης, την οποίαν μόνον θα
χαρούμεν εις τον τάφον. Η σκέψις αύτη μοÏ
ήλθε σιγά-σιγά, σχεδόν
ιεροκρÏ
φίως, και μοÏ
εφάνη ότι διήρκεσε πολύ, έως οÏ
να λάβω
τελείως σÏ
νείδησιν. Αλλ' εκείνην την στιγμήν ακριβώς ποÏ
κατώρθωνα
ν' αντιληφθώ αÏ
τήν και να την αφομοιώσω, αι σκιαί των δικαστών
εξηφανίσθησαν ως διά μαγείας.

Τα μεγάλα κηροπήγια εξηφανίσθησαν ωσαύτως, αφού ολότελα έσβÏ
σαν αι
φλόγες των.

Το έρεβος και τα σκότη επεκράτησαν. Πάσα αίσθησίς μοÏ
εφάνη
σβεννÏ
μένη, ως εάν η ψÏ
χή μοÏ
εις μίαν πτώσιν ιλιγγιώδη και
παράφορον έτεινε να χαθή εις τον Άδην. Τότε η σιωπή, η ηρεμία και
η νÏ
ξ απετέλεσαν ολόκληρον το περί εμέ σύμπαν.

Ελιποθύμησα, αλλά δεν μπορώ να ειπώ ότι περιέπεσα εις πλήρη
αναισθησίαν. Το ολίγον ποÏ
μοÏ
έμενεν ακόμη από την σÏ
ναίσθησιν
των σÏ
μβαινόντων μάτην θα προσπαθήσω να το ορίσω ή καν να δώσω
μίαν αμÏ
δράν ιδέαν αÏ
τού. Δεν είχα εντελώς εκμηδενισθή. Εις τον
βαθύτερον ύπνον, εις το παραλήρημα, εις την λιποθÏ
μίαν, εις αÏ
τό
το βάθος τοÏ
τάφοÏ
, ποτέ δεν απόλλÏ
ται το παν τελείως.

Άλλως δεν θα Ï
πήρχεν αθανασία διά τον άνθρωπον.

Όταν εγειρώμεθα από τον βαθύτερον ύπνον, θραύομεν το αραχνώδες
νήμα τοÏ
ονείροÏ
, οιονδήποτε και αν είναι τούτο. Εντούτοις έν
δεÏ
τερόλεπτον κατόπιν (τόσον το νήμα είναι εύθραÏ
στον) δεν
ενθÏ
μούμεθα αν ωνειρεύθημεν. Κατά την επάνοδον εις την ζωήν, η
οποία επακολοÏ
θεί την λιποθÏ
μίαν, παροÏ
σιάζονται δύο στάδια:

Last Page Next Page

Text Comparison with The Raven Illustrated

Page 0
Dutton And Company 39 West Twenty Third Street 1884 Copyright, 1883 Illustrated By W.
Page 1
" [Illustration: 9015] Presently my soul grew stronger; Hesitating then no longer, "Sir," said I, "or Madam, truly Your forgiveness I implore; But the fact is I was napping, And so gently you came rapping, And so faintly you came tapping, Tapping at my chamber door, That I scarce was sure I heard you"-- Here I opened .
Page 2
[Illustration: 0017] Then into the chamber turning, All my soul within me burning, Soon I heard again a tapping Something louder than before.
Page 3
Not the least obeisance made he; Not an instant stopped or stayed he; But, with mien of lord or lady, [Illustration: 8021] Perched above my chamber door-- Perched upon a bust of Pallas Just above my chamber door-- Perched, and sat, and nothing more.
Page 4
" Wondering at the stillness broken By reply so aptly spoken, "Doubtless," said I, "what it utters Is its only stock and store, Caught from some unhappy.
Page 5
master Whom unmerciful Disaster Followed fast and followed faster, So when hope he would adjure, Stern despair returned, Instead of the sweet hope he dared adjure, That sad answer, "Nevermore.
Page 6
"Wretch," I cried, "thy God hath lent thee By these angels he hath sent thee Respite--respite and Nepenthe From thy memories of Lenore! Let me quaff this kind Nepenthe, And forget this lost Lenore!" Quoth the Raven, "Nevermore.
Page 7
Quoth the Raven, " Nevermore.
Page 8
And the lamplight o'er him streaming Throws his shadow on the floor, And my soul from out that shadow That lies floating on the floor Shall be lifted--nevermore! [Illustration: 0035].