Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 14

την έκπληξιν και τον τρόμον μοÏ
, όταν
είδα να σκαρφαλώνη εις τα παράθÏ
ρα και να επιτίθεται εναντίον μας,
μαχομένη με κλωτσιές και με τα νύχια της, ωρÏ
ομένη πληθύς
παραδόξων όντων, τα οποία επήρα για χιμπατζήδες, οÏ
ραγκοτάγκοÏ
ς
και μεγάλες μαϊμούδες τοÏ
ακρωτηρίοÏ
της Καλής Ελπίδος.

Εδέχθην μίαν ισχÏ
ράν σκοÏ
ντιάν, ήτις με εξεσφενδόνισε κάτωθεν ενός
καναπέ, όποÏ
έμεινα άναÏ
δος. Αφού παρέμεινα επί εν τέταρτον της
ώρας ακούων με τα δÏ
ο μοÏ
αÏ
τιά ό,τι σÏ
νέβαινεν εις την αίθοÏ
σαν,
έφθασα επί τέλοÏ
ς εις μίαν ικανοποιητικήν λύσιν της τραγωδίας
αÏ
τής. Καθ' όσον ενόησα, ο κ. Μαγιάρ, διηγούμενος την ιστορίαν
ενός τρελλού ο οποίος εξήγειρε τοÏ
ς σÏ
ναδέλφοÏ
ς τοÏ
εις
επανάστασιν, δεν έκαμεν άλλο παρά να ιστορήση τα ατομικά τοÏ

κατορθώματα. ΑÏ
τός ο άνθρωπος ήτο πραγματικώς, δύο ή τρία έτη
πρότερον, διεÏ
θÏ
ντής τοÏ
ιδρύματος, αλλά τρελλαθείς και αÏ
τός
κατετάχθη μεταξύ των ασθενών. Η λεπτομέρεια αÏ
τή ήτο άγνωστος εις
τον σÏ
νταξιδιώτην μοÏ
, ο οποίος με εισήγαγεν.

Οι φύλακες, δέκα τον αριθμόν, καταληφθέντες αιφνιδίως και
αλειφθέντες με πίσσαν, περιτÏ
λιχθέντες δε επιμελώς διά πτερών
εφÏ
λακίσθησαν εντός Ï
πογείων κελλίων. Έμειναν εκεί κλειστοί
περισσότερον τοÏ
μηνός και καθ' όλον αÏ
τό το διάστημα ο κ. Μαγιάρ
όχι μόνον τοÏ
ς παρεχώρησε με έκτακτον γενναιοδωρίαν πίσσαν και
φτερά, τα οποία απετέλοÏ
ν το κύριον μέρος τοÏ
σÏ
στήματός τοÏ
, αλλά
και νερό και άρτον κατά βούλησιν· με μίαν δε αντλίαν τοÏ
ς
περιέβρεχε καθ' εκάστην μέχρις αποπνιγμού.

Τέλος είς εξ αÏ
τών διαφÏ
γών, διά της Ï
πονόμοÏ
, κατώρθωσε ν'
απελεÏ
θερώση και τοÏ
ς άλλοÏ
ς.

Το πράον σύστημα με σποÏ
δαίας μεταρρÏ
θμίσεις επανήλθεν εν ισχύι
εις τον πύργον· δεν δύναμαι όμως να μην αναγνωρίσω ότι το σύστημα
τοÏ
κ. Μαγιάρ ήτο καθ' όλα τέλειον.

Κατά την ορθοτάτην παρατήρησίν τοÏ
, ήτο μέθοδος απλή, διαÏ
γής και
διόλοÏ
καταθλιπτική.

Δεν έχω παρά ολίγας λέξεις να προσθέσω: Έχω αναδιφήσει εις όλας
τας βιβλιοθήκας της ΕÏ
ρώπης διά ν' ανεύρω τα έργα τοÏ
δόκτορος
ΓκοÏ
ντρόν και τοÏ
καθηγητού ΠλοÏ
μ, αλλά μέχρι τούδε, μεθ' όλας τας
προσπαθείας μοÏ
, δεν κατώρθωσα ν' ανεύρω ούτε έν αντίτÏ
πον αÏ
τών.



Το πηγάδι και το εκκρεμές.



Impia tortorum lougos huc turba furores
Sanguinis innoncui, non satiata, aluit.
Sospite nunc patriâ, fracto nunc funeris antro,
Mors ubi dira fuit, vita salusque patent.

(Τετράστιχον σÏ
ντεθέν διά να χαραχθή επί των θÏ
ρών μιας αγοράς, ην
επρόκειτο να κτίσοÏ
ν εις το μέρος όποÏ
ήτον άλλοτε η λέσχη των
Ιακωβίνων εν Παρισίοις).

Υπέφερα, Ï
πέφερα μέχρι θανάτοÏ
από την ατελεύτητον αÏ
τήν αγωνίαν.
Όταν με απήλλαξαν επί τέλοÏ
ς και κατώρθωσα ν' ανακαθήσω, μοÏ
εφάνη
ότι με εγκατέλειψαν αι αισθήσεις μοÏ
. Η καταδίκη μοÏ
, η τρομερά
καταδίκη εις θάνατον Ï
πήρξεν η τελεÏ
ταία λέξις, ήτις περιήλθε
σαφώς εις τα ώτα μοÏ
. Μετά τούτο μοÏ
εφάνη ότι ο ήχος των φωνών
των ιερεξεταστών διελύετο εις τον αόριστον ψίθÏ
ρον τοÏ
ονείροÏ
. Ο
ψίθÏ
ρος αÏ
τός μοÏ
Ï
πέβαλεν εις το πνεύμα μίαν ιδέαν περιστροφής,
αναμφιβόλως λόγω τοÏ
νόμοÏ

Last Page Next Page

Text Comparison with First Project Gutenberg Collection of Edgar Allan Poe

Page 0
Hart, hart@pobox.
Page 1
heart, I stood repeating "'Tis some visiter entreating entrance at my chamber door-- Some late visiter entreating entrance at my chamber door; This it is and nothing more.
Page 2
obeisance made he; not a minute stopped or stayed he, But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door-- Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door-- Perched, and sat, and nothing more.
Page 3
"Wretch," I cried, "thy God hath lent thee--by these angels he hath sent thee Respite--respite and nepenthe from thy memories of Lenore! Quaff, oh quaff this kind nepenthe and forget this lost Lenore!" Quoth the Raven, "Nevermore.
Page 4
" "Be that our sign of parting, bird or fiend!" I shrieked, upstarting-- "Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore! Leave no black plume as a token of that lie thy soul has spoken! Leave my loneliness unbroken!--quit the bust above my door! Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!" Quoth the Raven, "Nevermore.
Page 5
But the Prince Prospero was happy and dauntless and sagacious.
Page 6
But in the western or black chamber the effect of the fire-light that streamed upon the dark hangings through the blood-tinted panes, was ghastly in the extreme, and produced so wild a look upon the countenances of those who entered, that there were few of the company bold enough to set foot within its precincts at all.
Page 7
But, in spite of these things, it was a gay and magnificent revel.
Page 8
And the rumour of this new presence having spread itself whisperingly around, there arose at length from the whole company a buzz, or murmur, expressive of disapprobation and surprise--then, finally, of terror, of horror, and of disgust.
Page 9
And yet all this might have been endured, if not approved, by the mad revellers around.
Page 10
And the flames of the tripods expired.
Page 11
In this respect I did not differ from him materially: I was skillful in the Italian vintages myself, and bought largely whenever I could.
Page 12
"It is nothing," he said, at last.
Page 13
My own fancy grew warm with the Medoc.
Page 14
Within the wall thus exposed by the displacing of the bones, we perceived a still interior recess, in depth about four feet in width three, in height six or seven.
Page 15
I called aloud-- "Fortunato!" No answer.
Page 16
For the half of a century no mortal has disturbed them.