Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 12

Η ατομική σας πείρα, αφ' ότοÏ
διεÏ
θύνετε το κατάστημα
τούτο, σας παρέσχεν αποχρώντα λόγον να σκεφθήτε ότι είναι
επικίνδÏ
νον ν' αφήσετε ελεύθερον ένα τρελλόν;

— Εδώ; . . . Η ιδική μοÏ
πείρα; Αι, λοιπόν, σας απαντώ, ναι!
Παραδείγματος χάριν : δεν είναι πολύς καιρός ποÏ
σÏ
νέβη ένα
παράδοξον γεγονός εις τον οίκον αÏ
τόν. Το πράον σύστημα,
γνωρίζετε, ήτο τότε εν ισχύι και οι τρελλοί ήσαν ατομικώς
ελεύθεροι. Εφέροντο με τέτοιαν αξιοπαρατήρητον φρονιμάδα, ώστε
ημπορούσε κανείς να σκεφθή ότι ούτοι εβÏ
σσοδόμοÏ
ν κανέν διαβολικόν
σχέδιον. Και πράγματι, μίαν ωραίαν πρωίαν οι φύλακες εÏ
ρέθησαν
δεμένοι χειροπόδαρα και κλεισμένοι μέσα εις τα κελλία, όποÏ

εφÏ
λάσσοντο ως τρελλοί από αÏ
τούς τοÏ
ς ιδίοÏ
ς τοÏ
ς τρελλούς,
οικειοποιηθέντας καθήκοντα φÏ
λάκων.

— Ω! το παραφοÏ
σκώνετε! Ποτέ μοÏ
δεν ήκοÏ
σα μίαν τόσον απίθανον
ιστορίαν.

— Και εν τούτοις είναι αλήθεια! Όλα αÏ
τά από το λάθος ενός
τρελλού, ο οποίος εφαντάσθη — δεν ξεύρω πώς — ότι εφεύρε το
καλύτερον σύστημα, πρωτοφανές μέχρι τούδε. — Εννοείτε το καλύτερον
σύστημα της διοικήσεως των τρελλών. — Ήθελεν αναμφιβόλως να
δοκιμάση την εφεύρεσίν τοÏ
και προς τον σκοπόν τούτον έπεισε και
τοÏ
ς άλλοÏ
ς τρελλούς να σÏ
μπράξοÏ
ν μετ' αÏ
τού εις την κατάληψιν
της αρχής.

— Και το κατάφερε;

— Βεβαίως ... Και αποτέλεσμα τούτοÏ
ήτο η ανταλλαγή των
καθηκόντων μεταξύ των επιτηρούντων και των επιτηροÏ
μένων. Αλλ' η
ανταλλαγή δεν Ï
πήρξε δικαία, διότι οι μεν τρελλοί αφέθησαν
ελεύθεροι, ενώ οι φύλακες ενεκλείσθησαν αÏ
τοστιγμεί εις τα κελλία
και έπαθαν . . . εντρέπομαι να το ομολογήσω.

— Υποθέτω ότι μία αντεπανάστασις δεν ήργησε ν' αναφÏ
ή. Η
κατάστασις αÏ
τή των πραγμάτων δεν ημπορούσε να διαρκέση επί πολύ.
Οι χωρικοί των πέριξ, οι επισκέπται οι όποιοι ήρχοντο να ίδοÏ
ν το
κατάστημα, θα ειδοποίησαν τοÏ
ς αρμοδίοÏ
ς.

— Δεν εμαντεύσατε. Ο αρχηγός των ανταρτών ήτο πιο φανερός από
ό,τι φαντάζεσθε. Δεν άφησε κανένα επισκέπτην να εισέλθη, εκτός
ενός νέοÏ
, τοÏ
οποίοÏ
το αρκετά βλακώδες πρόσωπον δεν ημπορούσε να
τοÏ
εμπνεύση την ελαχίστην ανησÏ
χίαν. ΤοÏ
επέτρεψε να επισκεφθή το
ίδρÏ
μα απλώς διά να περάση η ώρα και διά να τον κοροϊδεύση λιγάκι.
Αφού εγλέντησεν αρκετά μαζί τοÏ
, τον άφησε να φύγη.

— Και πόσον διήρκεσε η βασιλεία των τρελλών;

— Ω! εβάσταξεν αρκετά! Ένα μήνα τοÏ
λάχιστον, ίσως και
περισσότερον, δεν ενθÏ
μούμαι καλά. Εν τω μεταξύ οι τρελλοί ήσαν
όλο γλέντι. Έβγαλαν τα παληόρροÏ
χά των και εφόρεσαν πολÏ
τελή
φορέματα και τα κοσμήματα, τα οποία εύρον εντός τοÏ
πύργοÏ
.
Ήνοιξαν τας πλοÏ
σίας οιναποθήκας και γνωρίζοντες να πίνοÏ
ν καλά,
εκολύμβησαν εις αÏ
τάς. Επέρασαν ζωή και κόττα!

— Τις ήτο η ιδιαιτέρα θεραπεία, την οποίαν εφήρμοζεν ο αρχηγός
των ανταρτών;

— Ως προς τούτο, σας επαναλαμβάνω, ένας τρελλός δεν στερείται
κρίσεως, και, μα την πίστιν μοÏ
, η θεραπεία αύτη ήξιζε
περισσότερον, κατά την

Last Page Next Page

Text Comparison with The Bells, and Other Poems

Page 0
O----d_ _Bridal Ballad_ _To my Mother_ _To Helen (Helen, thy beauty is to me)_ _The Valley of Unrest_ _The Lake--To----_ _The Happiest Day, the Happiest Hour_ _Catholic Hymn_ _To ---- ---- (Not long ago, the writer of these lines)_ _Evening Star_ _Stanzas_ _Spirits of the Dead_ _Israfel_ _Song (I saw thee on thy bridal day)_ _To---- (The bowers whereat, in dreams, I see)_ _Fairy-land_ _The Coliseum_ _Dreamland_ _For Annie_ _Alone_ _Tamerlane_ ILLUSTRATIONS _The Bells_ _The Bells_ _The Bells_ _Annabel Lee_ _Silence_ _The Raven_ _To One in Paradise_ _Lenore_ _To Helen_ _The Haunted Palace_ _The City in the Sea_ _The Sleeper_ _Ulalume_ _Eldorado_ _The Conqueror Worm_ _To the River_ _Al Aaraaf_ _Al Aaraaf_ _Bridal Ballad_ _To Helen_ _The Valley of Unrest_ _To ---- ---- (Mrs.
Page 3
And the people--ah, the people-- They that dwell up in the steeple, All alone, And who, tolling, tolling, tolling, In that muffled monotone, Feel a glory in so rolling On the human heart a stone-- They are neither man nor woman-- They are neither brute nor human-- They are Ghouls: And their king it is who tolls; And he rolls, rolls, rolls, Rolls A paean from the bells! And his merry bosom swells With the paean of the bells! And he dances, and he yells; Keeping time, time, time, In a sort of Runic rhyme, To the paean of the bells-- Of the bells: Keeping time, time, time, In a sort of Runic rhyme, To the throbbing of the bells Of the bells, bells, bells-- To the sobbing of the bells; Keeping time, time, time, As he knells, knells, knells, In a happy Runic rhyme, To.
Page 6
Back into the chamber turning, all my soul within me burning, Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
Page 7
" Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken, "Doubtless," said I, "what it utters is its only stock and store, Caught from some unhappy master whom unmerciful Disaster Followed fast and followed faster till his songs one burden bore-- Till the dirges of his Hope that melancholy burden bore Of 'Never--nevermore'.
Page 8
" "Prophet!" said I, "thing of evil!--prophet still, if bird or devil!-- Whether Tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore, Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted-- On this home by horror haunted--tell me truly, I implore-- Is there--_is_ there balm in Gilead?--tell me--tell me, I implore!" Quoth the Raven, "Nevermore.
Page 9
Shall be lifted--nevermore! [Illustration: The Raven] _TO ONE IN PARADISE_ Thou wast all that to me, love, For which my soul did pine-- A green isle in the sea, love, A fountain and a shrine, All wreathed with fairy fruits and flowers, And all the flowers were mine.
Page 11
I paused--I looked-- And in an instant all things disappeared.
Page 12
I stand amid the roar Of a surf-tormented shore, And I hold within my hand Grains of the golden sand-- How few! yet how they creep Through my fingers to the deep, While I weep--while I weep! O God! can I not grasp Them with a tighter clasp? O God! can I not save _One_ from the pitiless wave? Is _all_ that we see or seem But a dream within a dream? _THE CITY IN THE SEA_ Lo! Death has reared himself a throne In a strange city lying alone Far down within the dim West, Where the good and the bad and the worst and the best Have gone to their eternal rest.
Page 14
And.
Page 15
And I said--"She is warmer than Dian: She rolls through an ether of sighs-- She revels in a region of sighs: She has seen that the tears are not dry on These cheeks, where the worm never dies, And has come past the stars of the Lion, To point us the path to the skies-- To the Lethean peace of the skies-- Come up, in despite of the Lion, To shine on us with her bright eyes-- Come up through the lair of the Lion, With love in her luminous eyes.
Page 17
In sunshine and in shadow, Had journeyed long, Singing a song, In search of Eldorado.
Page 19
O! nothing earthly save the ray (Thrown back from flowers) of Beauty's eye, As in those gardens where the day Springs from the gems of Circassy-- O! nothing earthly save the thrill Of melody in woodland rill-- Or (music of the passion-hearted) Joy's voice so peacefully departed That like the murmur in the shell.
Page 22
Young flowers were whispering in melody To happy flowers that night--and tree to tree; Fountains were.
Page 25
" He was a goodly spirit--he who fell: A wanderer by moss-y-mantled well-- A gazer on the lights that shine above-- A dreamer in the moonbeam by his love: What wonder? for each star is eye-like there, And looks so sweetly down on Beauty's hair-- And they, and ev'ry mossy spring were holy To his love-haunted heart and melancholy.
Page 27
Nothing there is motionless-- Nothing save the airs that.
Page 28
Death was in that poisonous wave, And in its gulf a fitting grave For him who thence could solace bring To his lone imagining-- Whose solitary sole could make An Eden of that dim lake.
Page 29
] 1 In youth have I known one with whom the Earth In secret communing held--as he with it, In daylight, and in beauty from his birth: Whose.
Page 34
And I rest so composedly, Now, in my bed, That any beholder Might fancy me dead-- Might start at beholding me, Thinking me dead.
Page 35
Forgetting, or never Regretting its roses-- Its old agitations Of myrtles and roses; For now, while so quietly Lying, it fancies A holier odour About it, of pansies-- A rosemary odour, Commingled with pansies-- With rue and the beautiful Puritan pansies.
Page 39
death.