Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 11

φοράν τα ονόματα των δÏ
ο τούτων κÏ
ρίων.

— Προς Θεού! ανέκραξεν ο κ. Μαγιάρ στρέψας αμέσως το κάθισμά τοÏ

και Ï
ψώσας τοÏ
ς βραχίονας προς τον οÏ
ρανόν. Θέλω να πιστεύσω ότι
κακώς σας αντελήφθην. Δεν θέλετε να ισχÏ
ρισθήτε, ελπίζω, ότι ποτέ
σας δεν ηκούσατε να ομιλούν περί τοÏ
σοφού ιατρού ΓκοÏ
ντρόν και
τοÏ
περιφήμοÏ
καθηγητού ΠλοÏ
μ!

Είμαι ηναγασμένος να ομολογήσω την άγνοιάν μοÏ
, απήντησα, διότι
πρέπει να σεβασθώ προ παντός την αλήθειαν. Εν τούτοις σας βεβαιώ,
ότι είμαι βαθέως ταπεινωμένος, διότι δεν εγνώρισα τας εργασίας των
κÏ
ρίων αÏ
τών, των οποίων δεν θέτω εν αμφιβόλω την μεγάλην αξίαν.
Θα φροντίσω το ταχύτερον να ζητήσω τα έργα των και να τα μελετήσω
μετά προσοχής και σκέψεως. Κύριε Μαγιάρ, οφείλω να ομολογήσω, με
κάμνετε να αισχύνωμαι διά τον εαÏ
τόν μοÏ
.

Και έλεγα αλήθειαν!

— Αρκεί πλέον, καλέ και έξοχε φίλε, είπε με καλωσύνην σφίξας και
το χέρι μοÏ
. Ας πιούμε εις την περίστασιν αÏ
τήν και ένα ποτήρι τοÏ

Σωτέρν.

Ήπιαμε. Η σÏ
ντροφιά ηκολούθησε το παράδειγμά μας, αλλά
πολλαπλασιάζοÏ
σα αÏ
τό. Όλος ο κόσμος εφλÏ
αρούσεν, ηστειεύετο,
εγέλα, έκαμνε χίλιες τρέλλες. Τα βιολιά εγρατσούνιζαν, το τύμπανον
εκτÏ
πούσε δÏ
νατώτερα, τα τρομπόνια εμÏ
κώντο καθώς οι ταύροι τοÏ

Φαλάρητος εν μέσω των φλογών και η σκηνή καθισταμένη κατά το
μάλλον και ήττον θορÏ
βωδεστέρα, εφ' όσον ηÏ
ξάνετο η επίδρασις τοÏ

οίνοÏ
, μετεβλήθη εις πανδαιμόνιον.

Κατά το διάστημα αÏ
τό ο κ. Μαγιάρ και εγώ, έχοντες εμπρός μας
φιάλας τοÏ
Σωτέρν και τοÏ
Κλω-ΒοÏ
ζώ, εξηκολοÏ
θήσαμεν την
σÏ
νομιλίαν μας δÏ
νατή τη φωνή. Μία λέξις απαγγελλομένη με τον
σÏ
νήθη ήχον είχε τόσην πιθανότητα να γίνη ακοÏ
στή, όσον και το
τραγούδι ενός ψαριού εις το βάθος τοÏ
Νιαγάρα.

— Αλλά, κύριε, είπα κραÏ
γάσας εις το αÏ
τί τοÏ
, μοÏ
ομιλήσατε
ολίγον προ τοÏ
γεύματος περί τοÏ
κινδύνοÏ
, όστις προέκÏ
πτεν από το
παλαιόν σας σύστημα, το πράον. Ποίος είναι ούτος λοιπόν;

— Μάλιστα, απήντησεν, Ï
πήρχον ενίοτε αληθείς κίνδÏ
νοι. Δεν μπορεί
κανείς να προΐδη τας ιδιοτροπίας των τρελλών και κατά την γνώμην
μοÏ
, η οποία είναι και γνώμη τοÏ
ιατρού ΓκοÏ
ντρόν και τοÏ

καθηγητού ΠλοÏ
μ, εν οÏ
δεμία περιπτώσει είναι σÏ
νετόν να
επιτρέπεται ο ελεύθερος περίπατος άνεÏ
φÏ
λάκων. Ένας τρελλός
ημπορεί επί τινα χρόνον να εÏ
ρίσκεται εις την λεγομένην περίοδον
ηρεμίας, αλλά πρέπει πάντα να περιμένη κανείς ότι θα επανέλθη εις
την περίοδον της αταξίας. Εξ άλλοÏ
η πονηρία τοÏ
είναι
κÏ
ριολεκτικώς παροιμιώδης. ΤοÏ
περνά μία ιδέα από το κεφάλι;
αποκρύπτει τα σχέδιά τοÏ
με θαÏ
μαστήν επιτηδειότητα· η τέχνη με
την οποίαν παραβιάζει την φρόνησιν αποτελεί διά την ψÏ
χολογίαν ένα
από τα μοναδικά προβλήματα, τα οποία παροÏ
σιάζει η μελέτη της
ανθρωπίνης ψÏ
χής. Όταν ένας τρελλός σας φαίνεται πολύ φρόνιμος,
πιστεύσατέ με ότι είναι καιρός να τοÏ
φορέσετε τον ζοÏ
ρλαμανδύαν.

— Αλλ' ο κίνδÏ
νος περί τοÏ
οποίοÏ
μοÏ
ωμιλήσατε, αγαπητέ μοÏ

κύριε;

Last Page Next Page

Text Comparison with Poemas

Page 0
De mi alma brota entonces la salutación: «A ti, prolífica, enorme, dominadora.
Page 2
.
Page 5
De todos los retratos que he visto suyos, ninguno da idea de aquella especial hermosura que en descripciones han dejado muchas de las personas que le conocieron.
Page 6
Otra dama recuerda la extraña impresión de sus ojos: «Los ojos de Poe, en verdad, eran el rasgo que más impresionaba, y era a ellos a los que su cara debía su atractivo peculiar.
Page 7
No había en ella nada de malevolencia, pero sí mucho sarcasmo».
Page 8
¿Cuánta no ha de haber sido la hiel que tuvo que devorar este sér exquisito, humillado por un origen del cual en días posteriores habría orgullosamente de gloriarse? Son esos primeros golpes los que empezaron a cincelar el pliegue amargo y sarcástico de sus labios.
Page 9
_Rubén Darío.
Page 10
1849.
Page 11
--Sombra,--le preguntó--¿dónde podría estar esa tierra del Eldorado? --«Más allá de las montañas de la Luna, en el fondo del valle de las sombras; cabalgad, cabalgad sin descanso--respondió la sombra,--si buscáis el Eldorado.
Page 12
Un oscuro vapor de opio y de rocío se exhala de su.
Page 14
Y aunque mi fe se haya apagado, y aunque mi corazón llegue a quebrarse, he ahí la dorada prenda que prueba que soy dichosa siempre.
Page 16
De tus ojos, engastados en el santuario celeste de tu corazón, caen las miradas desoladas ahora, ¡oh Dios!, sobre mi espíritu fúnebre, como la luz de una estrella sobre un sudario.
Page 18
Y entonces, ¡cuán profundo es el éxtasis de ese su sueño! De mañana, ellas se levantan, y su velo lunar vuela por los cielos mientras se agitan como pálido albatros al soplo de la tempestad que las sacude como a casi todas las cosas.
Page 19
Entre tanto, no me preocupo de que él perezca con un pensamiento que entonces amaba.
Page 20
.
Page 21
Llegamos hasta el fin; ¡ojalá nunca llegara! Al fin de la avenida lúgubre nos detuvo la puerta de.
Page 22
.
Page 24
esto apenas, ¡nada más! A mi alcoba retornando con el alma en turbulencia pronto oí llamar de nuevo--esta vez con más violencia, «De seguro--dije--es algo que se posa en mi persiana; pues, veamos de encontrar la razón abierta.
Page 25
Dime:--«¿Cuál tu nombre, cuál en el reino plutoniano de la noche y de la niebla?.
Page 26
la muerte, hasta el punto de, en su duelo, sus canciones terminar, y el clamor de la esperanza con el triste ritornelo de jamás, ¡y nunca más!» Mas el cuervo, provocando mi alma triste a la sonrisa mi sillón rodé hasta el frente al ave, al busto, a la cornisa; luego, hundiéndome en la seda, fantasía y fantasía dime entonces a juntar, por saber qué pretendía aquel pájaro ominoso de un pasado inmemorial, aquel hosco, torvo, infausto, cuervo lúgubre y odioso al graznar: «¡Nunca jamás!» Quedé aquesto, investigando frente al cuervo en honda calma, cuyos ojos encendidos me abrasaban pecho y alma.