Ιστορίες αλλόκοτες

By Edgar Allan Poe

Page 10

σας, είπεν ο κ. Μαγιάρ κατακόκκινος
από θÏ
μόν.

Εις τας λέξεις αÏ
τάς οι παριστάμενοι εκράτησαν σιγήν επί έν
λεπτόν. Μία κÏ
ρία μάλιστα, η οποία σÏ
νεμορφώθη κατά γράμμα προς τα
κελεύσματα τοÏ
κ. Μαγιάρ, έβγαλε την γλώσσαν της, την έλαβεν εις
τα δύο χέρια της και την εκράτησε με μίαν επαινετήν Ï
πομονήν μέχρι
τέλοÏ
ς τοÏ
γεύματος.

— ΑÏ
τή η αξιαγάπητος κÏ
ρία, είπα χαμηλοφώνως προς τον κ. Μαγιάρ
κύψας προς αÏ
τόν, η καλή αÏ
τή κÏ
ρία, η οποία ωμίλησε πρό τινος και
μας εφιλοδώρησε με το κοκορίκο της, είναι Ï
ποθέτω ακίνδÏ
νος,
πραγματικώς ακίνδÏ
νος.

— ΑκίνδÏ
νος; εφώναξεν ειλικρινώς έκθαμβος. Τι; Πώς; Τι εννοείτε
μ' αÏ
τό;

— Είναι ελαφρώς προσβεβλημένη, είπα, και ακούμπησα τον δάκτÏ
λον
εις το μέτωπόν μοÏ
. Φαντάζομαι ότι δεν είναι Ï
περβολικά,
επικινδύνως ασθενής. Αι;

— Θεέ μοÏ
! Τι θέλετε με αÏ
τό; Η κÏ
ρία αÏ
τή, μία οικογενειακή
φίλη, μία παλαιά φίλη, η κÏ
ρία Ζοαγέλ, είναι απολύτως Ï
γιής, όπως
και εγώ ο ίδιος. Έχει κάποιας εκκεντρικότητας αληθώς, αλλά, καθώς
γνωρίζετε, όλαι αι γραίαι είναι κατά το μάλλον και ήττον
εκκεντρικαί.

— Σύμφωνος, είπα, σύμφωνος . . . Και οι κύριοι; Και αι κÏ
ρίαι;

— Είναι φίλοι μοÏ
και φύλακες, διέκοψεν ο κ. Μαγιάρ, εγειρόμενος
Ï
ψηλά . . . είναι οι καλοί μοÏ
φίλοι και σÏ
νεργάται.

— Τι όλοι; Και αι γÏ
ναίκες ακόμη;

— Τελείως, είπε. Δεν θα επετÏ
γχάνετο τίποτα χωρίς τας γÏ
ναίκας.
Δεν Ï
πάρχοÏ
ν διά τοÏ
ς τρελλούς καλύτεροι φύλακες από τας γÏ
ναίκας.
ΈχοÏ
ν ιδιαίτερον τρόπον αÏ
ταί. Τα λάμποντα μάτια των κάμνοÏ
ν
θαύματα. Είναι ένα είδος γοητείας, όπως η τοÏ
φιδιού. Εννοείτε;

— Αναμφιβόλως, είπα, αναμφιβόλως. ΈχοÏ
ν κάτι τι παράδοξον. Αι;
κάτι το πρωτότÏ
πον. Δεν είναι αληθές;

— Παράδοξον, πρωτότÏ
πον; Πώς; ΑÏ
τά είναι η βάσις της σκέψεώς σας;
Πραγματικώς; Ημείς οι μεσημβρινοί δεν αγαπούμεν να κάμνωμεν τον
καμπόσο. Ζούμεν, όπως μας καπνίσει, περνάμε εÏ
χάριστον ζωήν και με
όλα αÏ
τά τα ποικίλα πράγματα. Εννοείτε; . . .

— Αναμφιβόλως, είπα, αναμφιβόλως.

— Και έπειτα έχομεν και το Clos-Vougeot, το οποίον μας
ζεσταίνει ολίγον το κεφάλι. Βλέπετε, είναι ολίγο δÏ
νατό. Εννοείτε;

— Αναμφιβόλως, είπα, αναμφιβόλως. Αλήθεια, κύριε, δεν μοÏ
είπατε
ότι το νέον σύστημά σας, το οποίον αντικατέστησε το περίφημον
πράον, ήτο μεγάλης αÏ
στηρότητος;

— Όχι. ΚαθόλοÏ
όχι. Αναμφιβόλως ο αποκλεισμός είναι γενικός.
Τούτο είναι μία ανάγκη· αλλά η θεραπεία — εννοώ την ιατρικήν
θεραπείαν — είναι η μάλλον εÏ
χάριστος εις τοÏ
ς ασθενείς.

— Και το νέον αÏ
τό σύστημα εσείς το εφεύρετε;

— Όχι εντελώς. Διά τινας των βάσεων τοÏ
σÏ
στήματος τούτοÏ
η τιμή
ανήκει εις τον καθηγητήν ΓκοÏ
ντρόν, περί τοÏ
οποίοÏ
βεβαίως
ηκούσατε. Ωσαύτως τροποποιήσεις τινές οφείλονται εις τον περίφημον
ΠλοÏ
μ, όστις, εάν δεν απατώμαι, είναι επιστήθιος φίλος σας.

— Εντρέπομαι να ομολογήσω, απήντησα, ότι ακούω απαγγελλόμενα διά
πρώτην

Last Page Next Page

Text Comparison with Valtameren salaisuus

Page 0
Kasvatusisä kieltäytyi maksamasta hänen pelivelkojaan ja niin jätti hän myös kasvatuskotinsa.
Page 2
-- Ruumassa oleskeluni ja kauheat kärsimykseni.
Page 3
Edmundsin kaivon, ilmestyi eteeni ilmielävänä vanha Mr.
Page 7
Äärettömän korkeat puunrungot, harmaat ja lehdettömät, kohosivat maasta loppumattomassa jonossa niin kauas kuin silmä kantoi.
Page 10
Vihdoin en enää voinut kestää kauempaa kamalaa asemaani, vaan päätin hinnasta mistä hyvänsä rynnistää laatikosta ja panna koiran päiviltä, ellen siitä muuten suoriutuisi.
Page 11
Muistettaneen, että olin silloin ollut ruumassa kolme päivää ja näinä päivinä oli laivassa alituinen touhu ja häärinä ja yhtä mittaa juoksenneltiin edestakaisin varsinkin kajuutassa ja hyteissä, niin ettei hän ollut päässyt pistäytymään luonani ilmaisematta luukun salaisuutta.
Page 15
Hän päästi nyt jalkansa köysistä, jätti nuoran niin että sen saattoi helposti sovittaa.
Page 16
Sittemmin ilmeni, että se oli ryöminyt valaanpyyntiveneen alle loukkoon, josta se ei mahtunut pyörtämään takaisin.
Page 20
Tuskin oli kaikki kunnossa, kun toinen puuska yllätti laivan ja heti sen jälkeen vielä toinen -- mutta mitään vahinkoa ei toki tapahtunut.
Page 24
Ystäväni oli nyt kumminkin saanut liian pahoja vammoja pystyäkseen meitä enää vähääkään auttamaan ja minua taas haittasi valepukuni niin, etten saattanut tehdä paljoa.
Page 25
IX.
Page 30
Tuuli oli hyvin lauha ja enin kummastutti meitä se, ettei aluksella ollut muita purjeita kuin fokka ja isopurje sekä ajopurje -- tietenkin se läheni hitaasti ja meidän kärsimättömyytemme kasvoi miltei mielettömäksi raivoksi.
Page 31
Sen rakenne ja ulkonäky saattoi meidät, kuten jo mainitsin, pitämään sitä hollantilaisena kauppalaivana ja miehistön puku puolestaan vahvisti tätä ajatusta.
Page 39
Tänään meille suotiin roima sade, joka kesti puolenpäivän tienoista aina pimeään iltaan asti.
Page 40
Niin pian kuin hän hävisi näkyvistä, läksimme -- Peters ja minä olimme perämiehen veneessä -- risteilemään rannikolle haeskellen hylkeitä.
Page 44
Se oli kolmen jalan pituinen, mutta vain kuusi tuumaa korkea, sillä oli neljä hyvin lyhyttä jalkaa ja käpälät olivat varustetut pitkillä hehkuvan punaisilla kynsillä, jotka muistuttivat korallia.
Page 52
Tykit oli ladattu kaksinkertaisella raehaulipanoksella.
Page 60
Kun ruuan saanti oli lähimpänä päämääränämme, päätimme tunkea puolen peninkulman päässä.
Page 62
Jos onnistuisimme, saattaisimme pelastua, mutta ellemme yrittäisi, antautuisimme vapaaehtoisesti teurastettaviksi.
Page 63
Tänään, kun moneen kertaan kyselimme vangiltamme, kertoi hän meille paljon verilöylysaaresta, sen asukkaista ja tavoista -- mutta miten voinkaan tällä _nyt_ viivyttää lukijaa.